Μία σχεδόν αστυνομική ιστορία

Η Φραντσέσκα Ντε Μικέλις Ντι Σαν Τζουζέπε Βιλάουρεα επέστρεψε στις δύο παρά δέκα. Γύρισε το κλειδί τέσσερις φορές, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Μέσα στο σπίτι έπεφτε βροχή και λυσσομανούσε άνεμος.

Μία σχεδόν αστυνομική ιστορίαΣτις φλέβες της κυλούσε αίμα.

Στον καναπέ του σαλονιού βρήκε ένα νεκρό άντρα. Τηλεφώνησε στην αστυνομία και η αστυνομία τής είπε ότι δεν υπήρχε λόγος πανικού, θα έστελναν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τον επιθεωρητή Κλουζώ.

Νύσταζε πολύ, με το ζόρι κράταγε τα μάτια της ανοιχτά. Πήρε στα χέρια της την καφετιέρα του εσπρέσσο, ξεβίδωσε το πάνω μέρος της, έβγαλε το φίλτρο και το έπλυνε κάτω από τη βρύση του νεροχύτη, γέμισε με νερό το κάτω μέρος, έριξε δυόμιση κουταλιές καφέ στο φίλτρο και ξαναβίδωσε το πάνω μέρος. Έβαλε την καφετιέρα στο μάτι της κουζίνας. Πήγε στο υπνοδωμάτιο να αλλάξει ρούχα.

Το κοντοκουρεμένο μαλλί τής πήγαινε πολύ, αλλά ο νεκρός άντρας στον καναπέ του σαλονιού ήταν νεκρός και δεν μπορούσε να τη δει.

Το κορμί της ανάδινε μια αρωματισμένη σιωπή, το ανοιχτό βιβλίο της πάνω στο κομοδίνο μια αρχέγονη γυναικεία σοφία, τα ρούχα της μέσα στην ντουλάπα μια απροσδιόριστη νοσταλγία.

Το ράδιο έπαιζε το «Six Seven Times» των Flunk.

Άλλαξε γνώμη, δεν ήθελε πια καφέ, πήρε να φτιάχνει κάτι να φάει. Τηγάνισε αγκινάρες φλαμπέ, πασπαλισμένες με ζαχαρόψωμο και περιχυμένες με σάλτσα αγριοβασιλικού.

Αναρωτήθηκε: Τι συμπτώματα έχει ο θάνατος; Η ευτυχία τι συμπτώματα έχει;

Πρόσεξε ότι ένα μικρό χαμόγελο είχε απομείνει στα χείλη του πεθαμένου άντρα.

Ήταν ψηλός. Δεν της αρέσουν ιδιαίτερα οι ψηλοί άντρες: κάνουν πολλή σκιά και δεν μεγαλώνουν ποτέ εντελώς.

Πότε τον είχε ερωτευτεί τελευταία φορά; Πριν, μετά, ή ποτέ;

Γιατί τον είχε ερωτευτεί; Υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος;

Kαι πόσο διαρκεί ο έρωτας; (τρία έτη, τρεις μήνες και τρείς μέρες).

Ο γάτος της νιαούρισε, έριξε λίγο καφέ εσπρέσσο στο μπωλ του.

Ένα δροσερό αυγουστιάτικο αεράκι φύσαγε στο πρόσωπό της, όμως κάποιο λάθος είχε γίνει γιατί ήταν Φλεβάρης και έκανε τσουχτερό κρύο.

Πού είχε αφήσει τον αναπτήρα; Έψαξε στο καλαθάκι δίπλα από το τηλέφωνο: το καλαθάκι είχε μέσα κάρτες, σημειώματα, συνδετήρες, μολύβια, ένα πενηντόλεπτο και τρία κόκκινα κουμπιά. Όχι όμως αναπτήρα. Κοίταξε στη βεράντα: τασάκι ξεχειλισμένο αποτσίγαρα, κάτι κιτρινισμένες εφημερίδες αδιάβαστες, μανταλάκια, ξεπουπουλιασμένα φυτά στις γλάστρες, ξεραμένες πορτοκαλόφλουδες.

Είχε αγορασμένους δεκάδες αναπτήρες αλλά τώρα δεν έβρισκε ούτε έναν να ανάψει το τσιγάρο της.

Ξαναμπήκε μέσα, ο νεκρός άντρας ήταν όρθιος, τη ρώτησε αν είχε πολλή ώρα που γύρισε και τι γύρευε έξω από το σπίτι το περιπολικό και γιατί το μπωλ του γάτου είχε μέσα καφέ.

Σχολίασε πως το κοντοκουρεμένο μαλλί τής πήγαινε πολύ.

Δεν έβρεχε πια μέσα στο σπίτι oύτε λυσσομανούσε ο άνεμος, υπήρχαν ταβάνια και τοίχοι και όλα τα σχετικά.

Της άναψε το τσιγάρο με τον αναπτήρα του.

Είδα τη Φραντσέσκα στο Ρεξ καθισμένη στο διπλανό τραπέζι… είχε αυτή την ανείπωτη γλυκύτητα… την ομορφιά που ταξιδεύει ατενίζοντας τούς ανθρώπους και τον κόσμο… που δεν μπορείς να την αγγίξεις και να την οικειοποιηθείς, την ομορφιά που κάνει έναν άντρα να πέφτει στα γόνατα και να δακρύζει… τα διάφανα μάτια της μου έφερναν ίλιγγο, η διχάλα του στήθους της πονοκέφαλο… εκείνη η γωνιά της Χαλκίδας τέρμα παραλία στο Κόκκινο Σπίτι είναι η πιο καταπληκτική γωνιά της πόλης, λες ότι είσαι στο Μπουένος Άιρες, ή στη Σιγκαπούρη… τότε μάζεψα τους εαυτούς μου όλους σε διατεταγμένη υπηρεσία και πήγα και ζήτησα από τη Φραντσέσκα την άδεια να κάτσω μαζί της… η θάλασσα μπροστά κόχλαζε, ή μάλλον η ψυχή μου κόχλαζε… έψαξε στην τσάντα της για τον αναπτήρα, η τσάντα της είχε μέσα ένα κραγιόν, πούδρα, ρίμελ, ένα καθρεφτάκι, μια μεταλλική ταμπακιέρα, ένα μικρό άρωμα, δυόμιση κόκκινα κουμπιά, τρία ευρώ σε πεντόλεπτα, μία σφυρίχτρα, διπλωμένες στα τέσσερα προκηρύξεις αδιάβαστες, μάσκα για τα δακρυγόνα και μάλοξ, το πρόγραμμα του περασμένου ντοκ φεστ, ένα βότσαλο, ένα λιωμένο σοκολατάκι φερέρο ροσέ, ένα μπρελόκ με εικοσιπέντε κλειδιά… μα όχι, όχι αναπτήρα, πετάχτηκα και έτρεξα ως το σπίτι της, απέναντι, στον Καράμπαμπα, δεκαπέντε λεπτά ποδαρόδρομος… διέρρηξα την πόρτα, βρήκα αναπτήρα, τάισα το γάτο, κοιτάχτηκα σε όλους τους καθρέφτες του σπιτιού και δεν καθρεφτιζόμουν σε κανέναν, έβγαλα από τη ντουλάπα ένα μεταξωτό λουλουδάτο πουκάμισο της Φραντσέσκας και το τσαλάκωσα στις χούφτες μου, διάβασα τις υπογραμμίσεις της στο ανοιχτό πάνω στο κομοδίνο βιβλίο και μετά την περίμενα να έρθει και όσο την περίμενα, τόσο δεν ερχόταν και αποκοιμήθηκα στον καναπέ… δεν την άκουσα όταν επέστρεψε στις δύο παρά δέκα, γύρισε το κλειδί τέσσερις φορές, άνοιξε την πόρτα και μπήκε… μέσα στο σπίτι έπεφτε βροχή και λυσσομανούσε άνεμος…

* Ως μουσική υπόκρουση του αναγνώσματος, χωρίς αμφιβολία, προτείνεται το «Six Seven Times» των Flunk.
Μοιραστείτε:  

Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν».  Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.