Αναλαμπίδες από στιγμές
- Συντάκτης Ευαγγελία Χατζηνούσκα
Φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται
Είναι 1997 και το κάστρο της πόλης αξιώνεται την παρουσία του. Η μικρή κουβέντα, που ακολουθεί έγινε εκείνο το απόγευμα. Ήρθαν έτσι τα πράγματα και δε δημοσιεύτηκε ποτέ, πουθένα. Μακάρι να μην χρειαζόταν να ανοίξω το μπαούλο των αρχείων για να τη βρω. Όταν θαυμάζω τον συνομιλητή μου, μου φέρνουν αμηχανία οι συνεντεύξεις. Και φόβο, μην καταρρεύσει ο μύθος του. Μήπως δεν είναι η εξαίρεση. Ήταν. Είναι. Το ήξεραν πολλοί αυτό. Φάνηκε από το ομαδικό σοκ, που πάθαμε εκείνη την Κυριακή.
Το δάχτυλο περιφερόταν βαριεστημένα στα κουμπιά του τηλεκοντρόλ. Σε δυο κανάλια σε επανάληψη συνεντεύξεις του. Μπα; Ξαφνική στροφή στην ποιότητα; Το μάτι ξυπνάει από την απάθεια. Η λεζάντα το λέει καθαρά. Όχι. Όχι. Χίλιες φορές όχι. Ναι. Αμετάκλητο. Μου το είχε πει το καλοκαίρι ο Βαγγέλης, που ζει στη Νίσυρο. «Ο Παπάζογλου έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας». Το απώθησα, σχεδόν, μόλις το άκουσα. Αποκλείεται. Και η κουβέντα πήγε στη ‘’Νοσταλγό’, που γυρίστηκε στο νησί. Πρώτη προβολή. Μέρα μπήκαμε, μέρα βγήκαμε. Περίεργη αίσθηση, πολύ περισσότερο όταν μεσολαβεί ο λόγος του Παπαδιαμάντη, η ποιητική της εικόνας της Αλεξανδράκη και οι υπέροχες ‘’στιγμές’’ του. Πρώτο βραβείο μουσικής στο φεστιβάλ της Θεσσαλονικης, του χωριού του… Βραβεία του δόθηκαν πολλά, κυρίως εν αγνοία του.
Ο Βασίλης, για αρκετά χρόνια, πρώτα μάθαινε το πρόγραμμα των καλοκαιρινών του συναυλιών, και μετά κανόνιζε τις διακοπές του. Λατρεία. Χιλιόμετρα εθνικής οδού με ανοιχτά παράθυρα και τη μουσική δυνατά.Την είχαμε λιώσει την κασέτα. Από τη μια πλευρά ‘’η εκδίκηση της γυφτιάς’’ και από την άλλη, ‘’τα δήθεν’’. Παίρναμε την εκδίκηση μας και υποσχόμασταν να μη γίνουμε δήθεν. Κάποιοι τήρησαν την υπόσχεση, κάποιοι όχι και κάποιοι, ακούραστα, εκδικούνται ακόμα, με λιγότερο καλλιτεχνικούς τρόπους. Είναι κοινή η αίσθηση, ότι ο Παπάζογλου δεν ξεπουλήθηκε και ‘’εκδικήθηκε’’ με την αξιοπρέπειά του. Τα παιδιά από τον πολιτιστικό του χωριού μου, είχαν εκπλαγεί όταν του τηλεφώνησαν για να πάει να παίξει κι αυτός τους κάλεσε σπίτι του, για να τα πουν από κοντά. Άμεσα, ανθρώπινα. Χωρίς ιδιοτροπίες και σταρίλικια. Χωρίς Ψινάκηδες σε πιο αρρενωποκουλτουροψαγμένη εκδοχή.
Με τον ιστιοπλοικό όμιλο της πόλης, Ιούνιος του 2003, αγώνας στις Σποράδες. Παίρνει μέρος κι ένα σκάφος από τη Θεσσαλονίκη. Περπατάει στην προβλήτα του λιμανιού της Σκιάθου και χαζεύει τα σκάφη. Κάπου τον ξέρω, κάπου τον ξέρω… Μέχρι που με χαιρέτησε με ένα νεύμα και τον αναγνώρισα από την κίνηση. Πώς να τον αναγνωρίσω; Δε φορούσε τα χαρακτηριστικά του ρούχα. Σαν να ήταν άλλος. Σαν να ήταν πιο ελεύθερος, χωρις το πουκάμισο που φοράνε οι κρατούμενοι στις αμερικανικές φυλακές. Μετά την πρώτη μέρα του αγώνα,το βράδυ μας βρήκε στη Στένη Βάλα, στην Αλόννησο. Θα τραγουδήσει στο καφενείο του λιμανιού;Ο καπετάνιος είχε δώσει απαγορευτικό εξόδου από το σκάφος. Αύριο έχουμε αγώνα. Απαγορευτικό εξόδου,αλλά όχι και ακοής. Άρχισαν τα άντε, ρε Νικόλα και άντε, ρε Νικόλα. Κι ο Νικόλας άρχισε τα σμυρναίικα και τα ρεμπέτικα. Ο απόηχος της παρέας και ο λυγμός του μέσα στη νύχτα, έκανα συντροφιά στην κουβέντα μας με τον καπετάνιο(…) για το θεό, τον άνθρωπο, για όλα δηλαδή. Αποκοιμήθηκα με τη φωνή του, εκείνη τη γεμάτη αλμύρα,γλυκιά βραδιά ενός δύσκολου καλοκαιριού. Θυμόμουν και σκεφτόμουν και λυπόμουν. Έλεγα, θα πέσουν κι οι εφημερίδες σαν τα κοράκια να ξεπουλήσουν τα τραγούδια του. Όπως έκαναν με τον Ρασούλη, λίγο πριν. Όπως έκαναν με τις ταινίες του Βέγγου, λίγο μετά. Όπως, λιμάρουν τα νύχια τους για όποιον σπουδαίο έχει απομείνει. Όμως,τα τραγούδια του έχουν αποκτήσει τώρα μια άλλη δυναμική. Τα συνοδεύει ένα κρίμα, ένα γαμώτο, μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Τουλάχιστον, για όσους τον θαυμάσαμε και τον εκτιμήσαμε. Και τα κορίτσια με τα μίνι, τα στράπλες και τα ψηλοτάκουνα θα συνεχίσουν να τσιφτεξεφτιλίζονται, αγνοώντας και τον Κούδα και τον Βούδα.
Συνέντευξη του Νίκου Παπάζογλου, Αύγουστος 1997
Τον πρωτοακούσαμε το 1977, στην ‘’Παράβαση’’ του Δ. Σαββόπουλου, στο δίσκο ‘’Αχαρνής’’. Είκοσι χρόνια μετά, γυρίζοντας ο ίδιος προς τα πίσω, παραδέχεται ότι έκανε παραβάσεις. Αρνείται όμως να τις πει, για να μην τις διαβάσει η τροχαία.

Πολλά από τα τραγούδια σου είναι βιωματικά. Υπήρξε ποτέ μια εσωτερική φωνή, που σε προειδοποιούσε ότι θα εκτεθείς;
Η πρώτη φορά που το αντιμετώπισα ήταν με ένα πολύ προσωπικό τραγούδι, τον ‘’Αύγουστο’’. Το στυλάκι της εποχής έγερνε προς το επικό και ντρεπόμουν να είμαι λυρικός. Είμαι ευτυχισμένος για την τελική μου απόφαση.
Τραγουδάς και βιώματα άλλων δημιουργών. Πόσο εύκολο είναι να τα ερμηνεύεις;
Αν είναι βιωμένα κι από σένα, είναι εύκολο να τα κάνεις κτήμα σου και να συμμετέχει το σώμα σου μέσα από μια επεξεργασία ψυχής.
Το ‘’Πότε Βούδας, πότε Κούδας’’ και ο ‘’Υδροχόος’’ ακούγονται παντού. Τα χορεύουν όλοι. Νιώθω, όμως, ότι λίγοι προσέχουν τους στίχους. Σ’ ενοχλεί αυτό;
Μ’ ενοχλεί όταν ξεχωρίζουν το στοιχείο του ρυθμού. Αυτό γίνεται στα ελληνάδικα ή ‘’γουρουνάδικα’’, όπως λέει ο Αγγελάκας. Υπάρχει μια τεράστια παραγωγή, που θα μεγαλώσει ακόμα περισσότερο, με κυρίαρχο στοιχείο το ρυθμό και με στίχους, διάφορες επαναλαμβανόμενες βλακείες.
Πιστεύεις ότι θα έχει διάρκεια;
Ναι, γιατί αυτό το ρεπερτόριο το έχουν ανάγκη αυτοί οι χώροι και φτιάχνεται για να καταναλώνεται εκεί. Δεν υπάρχει περίπτωση να ξεπηδήσει από αυτούς τους χώρους ένα καλό λαϊκό τραγούδι, που θα μιλήσει στις ψυχές του κόσμου όταν γλεντάει κι όταν λυπάται.
Πώς μπορούμε να αντισταθούμε, όταν παντού ακούγονται αυτά; Από την τηλεόραση, μέχρι το αυτοκίνητο που περνάει με τα παράθυρα ανοιχτά και τη μουσική στη διαπασών;
Να συνεχίσει ο καθένας τη δουλειά του. Να γίνει ο διαχωρισμός. Ο κόσμος πιστεύει, ότι αφού υπάρχει υπερπαραγωγή, θα υπάρχουν περισσότερα καλά τραγούδια. Όμως, τα καλά τραγούδια ήταν πάντα λίγα.
Η σχέση σου με την τηλεόραση δεν ήταν ποτέ η καλύτερη.
Ανύπαρκτη. Τι σχέση θα μπορούσα να έχω με τα σόου; Ή να μαγνητοσκοπήσουν μια συναυλία μου και να τη διακόψουν 4-5 φορές για διαφημίσεις; Αυτό το σιχαίνομαι και δεν το επιτρέπω. Σε λίγο, θα μας καταντήσουν σαν τους μπασκετμπολίστες και θα φοράμε φανέλες με χορηγούς.
Πολλοί συνάδελφοι σου με αρκετές συναυλίες στο ενεργητικό τους, κυκλοφόρησαν δίσκους με ζωντανές ηχογραφήσεις. Αν και θεωρείσαι συναυλιακός καλλιτέχνης, έχεις στη δισκογραφία σου ένα δίσκο, ‘’Στο θέατρο του Λυκαβηττού’’.
Αυτό το δίσκο τον έκανα με βαριά καρδιά, γιατί νομίζω ότι αυτό είναι ένα άθλιο κολπάκι, για να πουλάς τα ίδια τραγούδια με άλλο περιτύλιγμα. Αν έχω μια δικαιολογία για τον εαυτό μου είναι, ότι υπήρχαν τέσσερα καινούργια τραγούδια και ένα που είχε αδικηθεί στο παρελθόν. Γι’ αυτούς τους λόγους, αξίζει τον κόπο.
Κάτω από ποιες συνθήκες, επέλεξες τις συναυλίες για τις εμφανίσεις σου
Όταν βγήκε ‘’Η εκδίκηση της γυφτιάς’’, υπήρχε μόνο το κρατικό ραδιόφωνο και οι εφημερίδες δεν είχαν ακόμα σελίδες πολιτιστικών. Το κρατικό ραδιόφωνο ήταν ιδιαίτερα εχθρικό. Επέστρεψε το δίσκο στην εταιρία μ’ ένα σημείωμα που έγραφε, ‘’εθνικώς απαράδεκτο’’. Ο μόνος τρόπος, που είχα για να επικοινωνήσω με τον κόσμο ήταν ενώπιος ενωπίω.
Και η προτίμηση στα κάστρα και τα ανοιχτά θέατρα;
Από τους ανοιχτούς χώρους που διαθέτουμε, είναι οι προτιμότεροι. Τα γήπεδα είναι για μπάλα.
Θεσσαλονίκη συμπρωτεύουσα ή Πολιτιστική Πρωτεύουσα;
Τίποτα από τα δύο. Θεσσαλονίκη χωρίς χάδια.
Δέχτηκες πρόσκληση συμμετοχής στις εκδηλώσεις της Πολιτιστικής;
Όχι. Θα ήταν περίεργο να μου πουν ‘’πόσα θέλεις’’ για να παίξω στο χωριό μου, σ’ ένα χωριό, που εδώ και 20 χρόνια κάνω συναυλίες μόνος μου, με δική μου οργάνωση και με δικό μου κίνδυνο. Θα ήταν ωραία, αν γινόντουσαν όλα πιο ομαλά και υπήρχε μια πρόσκληση για οργανωτική βοήθεια.
Tags: συνέντευξη