Γιάννης Ζαμπούνης

Ώρα για θεατρικό παιχνίδι

Ξεκίνησε από το θεατρικό εργαστήρι «Ράμπα» στο Αιγάλεω με το οποίο συμμετείχε σε θεατρικούς αγώνες του Δήμου Αθηναίων και περιοδείες στην επαρχία. Κάνει θεατρικές σπουδές στο εργαστήρι του Β. Διαμαντόπουλου και στη συνέχεια στο εργαστήρι παιδαγωγικής θεάτρου και θεατρικού παιχνιδιού «Λάκης Κουρετζής». Παρακολουθεί πλήθος προγραμμάτων και σεμιναρίων μεταξύ των οποίων: «παιδί και θέαμα», «πρόγραμμα Ευρωπαϊκού εργαστηρίου για το παιδί» στο Ευγενίδειο, «εργαστήρι έρευνας της έμφυτης ταυτότητας του σώματος», «εκφραστική επικοινωνία, αναπνοή και ορθοφωνία», «σωματικό θέατρο», «γιόγκα και χοροκινητική έκφραση» και «η αφήγηση παραμυθιών στην εκπαιδευτική και νοσηλευτική διαδικασία» στο εργαστήρι τεχνών «’Οναρ» του Δ. Αβούρη.
Συμμετέχει σε εργαστήρια εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας, συνεργάζεται σε προγράμματα θεατρικής παιδείας σαν επιμορφωτής στην Ν.Ε.Λ.Ε. Εύβοιας και σε αντίστοιχα προγράμματα με τα γυμνάσια και τα λύκεια Αλιβερίου και Αυλωναρίου. Στο Αλιβέρι συνεργάζεται με το παιδικό εργαστήρι «Φτου ξελεφτερία» όπου και δραστηριοποιείται έντονα στο θεατρικό παιχνίδι. Σκηνοθετεί, σκηνογραφεί και εμψυχώνει ενώ το 2006 αποσπά το τηλεοπτικό βραβείο παραγωγής με τη συμμετοχή του Λυκείου Αυλωναρίου στη πανευρωπαϊκή συνάντηση τέχνης στο Σαν Ρέμο υπό την αιγίδα της Ε.Ε. Εδώ και ένα χρόνο συνεργάζεται ως εμψυχωτής με το κέντρο ψυχικής υγείας Ε.Π.Α.Ψ.Υ. στην Ερέτρια.

Γιάννης Ζαμπούνης

-«Θα παίξεις μυστικό κήπο;» ρωτάει η Μαρκέλλα.
Όταν το παιδί ήταν παιδί, περπατούσε με τα χέρια ανοιχτά. Δεν ήξερε ότι είναι παιδί, όλα ήταν γεμάτα ζωή και η ζωή ήταν μία… Τώρα, κάμποσα κιλά πικρής γνώσης σε χοντρά βιβλία στοιβαγμένη, άλμπουμ με φωτογραφίες πιο ΄κει, ρόδινα παιδικά χρόνια σε ασπρόμαυρο φόντο. Η εφηβεία κάνει μακροβούτια σε ότι βρίσκει μπροστά της, ώσπου να έρθει η μετωπική με το θέατρο. Καραμπόλα. Βγαίνουμε από το συνεργείο ένα μπουλούκι, περιοδεία στην επαρχία. Το μικρό λεωφορείο-κοινόβιο, αποσκευές και σκηνικά στο διάδρομο. Πρώτη παράσταση στον Αλφειό.
Γεια σου, μάνα… Όταν το παιδί ήταν παιδί, ήθελε το ποτάμι να είναι ρυάκι, το ρυάκι να είναι ποτάμι, το ποτάμι χείμαρρος και η λιμνούλα θάλασσα. Οι άνθρωποι από πάντα μπαίνουν στα ίδια ποτάμια, κυλάνε όμως διαφορετικά νερά και πάντα προς μία κατεύθυνση (εκτός από τα τρελά νερά της Χαλκίδας). Χυθήκαμε σε διαφορετικές θάλασσες και λίμνες. Οι περαστικοί, οι μόνιμοι, οι διάσημοι, οι αναχωρητές. Προσωπικοί παράδεισοι…
Καθείς εφ’ ω εχάθη.
Όταν το παιδί ήταν παιδί, είχε μια ακριβή εικόνα για τον παράδεισο. Ενώ τώρα, μόνο τον φαντάζεται. Στη δεκαετία του ‘90 η μεγάλη παράκαμψη… Η κρίση των σαράντα, δέκα χρόνια νωρίτερα. Από παιδί βιαζόμουνα. Κερδίζω μετά τιμής το παρατσούκλι «πάω…κι έρχομαι». Αλλαγή κατεύθυνσης στο πουθενά. Όταν το παιδί ήταν παιδί, ξύπνησε κάποτε σε άγνωστο κρεβάτι… Και τώρα πολλές φορές. Πολλοί φαίνονταν όμορφοι τότε, ενώ τώρα όχι. Βουλιάζω στο απόλυτο τίποτα, στο κουτί. Όταν το παιδί ήταν παιδί, δεν φανταζόταν το τίποτα και τώρα τρέμει στην ιδέα. Ο Χάρβεϊ Καϊτέλ διαφημίζει ουίσκι… Ένα τεράστιο κατακόκκινο ριντό του κλείνει τη θέα, του κόβει το δρόμο, την ανάσα… Το ρίχνει. Αλλιώς, πως; Καλοπληρωμένη καμπάνια, η επανάληψη με στοιχειώνει, τινάζω τα πόδια στον πάτο και παίρνω φόρα. Αποκέντρωση. Αλιβέρι… Σχολή Παιδαγωγικής Θεάτρου. Λάκης, Μαντώ, Στέλιος, Ηλίας. Αλιβέρι – Αθήνα, τέσσερα χρόνια στα ΚΤΕΛ. Νυχτερινά δρομολόγια…θα ξανάρθεις γυμνός, όπως έφυγες. Η ζωή με την πλάτη στον τοίχο και το χέρι του άλλου σε ψάχνει. Εργασίες με τρεμάμενα γράμματα. Ευγενική προσφορά από τις λακκούβες και τις στροφές της εθνικής. Μου πήρε ένα χρόνο να μπορέσω να γράφω σε σταθερό σημείο. Ο ύπνος στη σκηνή του θεάτρου, ο καλύτερος μέχρι τώρα. Θέλω ένα θέατρο δικό μου… Όταν το παιδί ήταν παιδί, ήταν η ώρα αυτών των ερωτήσεων: «Γιατί, είμαι εγώ και όχι εσύ;» «Γιατί, είμαι εδώ και όχι εκεί;» «Πότε αρχίζει ο χρόνος;» «Που τελειώνει το διάστημα;» «Δεν είναι η ζωή κάτω από τον ήλιο ένα όνειρο;» Απαντήσεις εκκρεμείς…
Ζητώ βοήθεια από τα παιδιά. Από ποιούς άλλους; Όταν κοιτάζεις τον κόσμο με τα μάτια βουρκωμένα, τον βλέπεις θολό. Όταν τον κοιτάζεις με τα μάτια ενός παιδιού, τον βλέπεις όπως θα έπρεπε να είναι. Κύμη, Κονίστρες, Μονόδρι, Οριό, Αυλωνάρι, Αλιβέρι, Βάθεια, Αγιάννης, Ζάρκα. Δημοτικά, γυμνάσια, λύκεια… Κλέφτες κι αστυνόμοι, Ινδιάνοι, εξωγήινοι, πουλιά και ψάρια, ζούγκλα και βυθός, Ρωμαία και Ιουλιέτος, ανατροπές, μεγάλοι και μικροί, σανίδια και κουρέλια… Εγώ, λέει, θα ήμουν το μαγικό «αν» που κάνει τα πάντα να υπάρχουν. Η φαντασία εξουσιάζει και τα αντικείμενα αποκτούν πολλαπλή χρήση. Όταν το παιδί ήταν παιδί…ζούσε με μήλα και ψωμί και αυτό του έφτανε… και τώρα έτσι είναι… Όταν το παιδί ήταν παιδί… τα μούρα έπεφταν σα μούρα στα χέρια του… και σήμερα, το ίδιο. Τα φρέσκα καρύδια, του έγδερναν τη γλώσσα… το ίδιο και σήμερα. Κάποτε ήθελα ένα θέατρο και συνέχισα να θέλω. Πράξεις Ευρίπου. Ένα όμορφο σκαρί ναυαγισμένο, ένα θέατρο κλειστό, ένα μόνιμο πένθος για την πόλη. Θέλω ένα θέατρο. Όχι αυτό που φτιάξαμε στο Οριό, ούτε το άλλο στο Αυλωνάρι… Θέλω ένα λημέρι, ένα κρησφύγετο για όλους. Αλιβέρι ξανά. Μικρό εργαστήρι τέχνης, «φτου ξελευθερία για όλους». Γεια σου, κι εσένα, Ελευθερία. Έχουμε ένα θέατρο κι έναν κήπο με δέντρα φυτεμένα και βαπτισμένα από παιδιά. Η μηλιά, η Φιλομήλα και η βερυκοκιά, ο Ρίκος… Και στον κήπο, ένα καράβι κι ένας πύργος από ξύλο. Οι Καραβιώτες και οι Πυργιώτες. Βόμβες από χαρτί και ε-πί–θε-σηηη!!! Βροχή με το λάστιχο, όλοι στ’ αμπάρια παιδιά. Τα πρώτα παιδιά μεγάλωσαν και παίζουν στη σκηνή με τον Πόντικα και τον Βάλεντιν, τον Κοκτώ και τον Ντίνο Ταξιάρχη, τον Ποταμίτη, τον Τσέχωφ, τον Καρατζιάλε και τον Μαυριτσάκη, το τάβλι, και σερά-σερά, μνημόσυνο στον Λάκη Καραλή. Ανάταση, ανάσταση και Αριστοφάνης. Γκραν σουξέ, μεγάλη λαϊκή επιτυχία. Μέχρι εκεί. Ταβάνι. Έσπασαν τα κεφάλια μας. Παράξενος χειμώνας, βουνό. Σε κάθε πόλη, υπήρχε επιθυμία για μεγαλύτερη πόλη. Το ίδιο και σήμερα. Έφτασε στην κορυφή για κεράσια… Ενθουσιασμένος όπως και σήμερα ντρεπόταν μπροστά σε ξένους… Το ίδιο και σήμερα.
Μπες στην περιπέτεια, γυμνός και με στόχους μεγάλους κι άσε τα όνειρά σου να είναι λάρντζ (τζάμπα είναι). Κι όταν σου κάψουν την καλύβα, να χαίρεσαι. Οι καταστροφές είναι για τους έξυπνους ανθρώπους, εισιτήριο για απογείωση. Το χαστούκι που θα τους ξυπνήσει. Και να μην κωλώσεις: όταν κάποιος σου κλείνει το δρόμο, σε εξευτελίζει, σε ακυρώνει, όταν βαλτώνεις, κυνηγάς την ουρά σου και μαραζώνουν τα ταλέντα σου, βάλε φωτιά στα τόπια, φύγε και ξεκίνα πάλι από την αρχή. Γεια σου, Χαλκίδα…
Όταν το παιδί ήταν παιδί… πέταξε ένα ξύλο σα λόγχη σ’ ένα δέντρο κι αυτό ακόμα τρέμει εκεί, και σήμερα…
Η Μαρκέλλα έχει μείνει μόνη της, σεργιανάει στην πλατεία και μουρμουρίζει.
-Μαρκέλλα, με ποιόν μιλάς;
-Μιλάω με τον αέρα…
Πάνω από το Αιγαίο πρόβαλλε το φεγγάρι. Από το βουνό κατεβαίνει ο άνεμος, την πιάνει αγκαζέ και περπατούν παρέα, όπως το φως με το χρόνο, η ομπρέλα με το πανωφόρι, το σώμα με την ψυχή, όπως εσύ, εγώ και η στιγμή. Και η πλατεία μεταμορφώνεται σε «Μαγικό κήπο». Αλλά, αυτό για να το καταλάβεις, θα πρέπει να έχεις παίξει θεατρικό παιχνίδι. Η Μαρκέλλα συνεχίζει τη συνομιλία της με τον άνεμο. «Λόγια του αέρα», θα πείτε… Είστε σίγουροι ότι το παιδί μιλάει με τον αέρα;

Μοιραστείτε: