Στέλλα Αρβανίτη, Κατερίνα Γιαμά, Δήμητρα Νικηφορίδου

Θηλυκές πένες λογοτεχνούν ανάμεσά μας

Τρεις κυρίες, τρία βιβλία, τρεις φαντασίες για όλες τις ηλικίες που χρωματίζουν την Χαλκίδα σαν Χριστουγεννιάτικα δώρα. Είναι η καταλληλότερη εποχή για να τις γνωρίσουμε. Η ντόπια, η Στέλλα Αρβανίτη, απέσπασε έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών για το παραμύθι της «Το Κυπαρίσσι Που Έγερνε». Πρώην ιδιωτική υπάλληλος, και δημοσιογράφος, η Κατερίνα Γιαμά ξεδιπλώνει εμπειρία και φαντασία στο αστυνομικό-ερωτικό θρίλερ «Ροζ Σκακιέρα.» Και η πρώην Σαλονικιά που αγάπησε τη Χαλκίδα, η Δήμητρα Νικηφορίδου, εκφράζει την αγάπη της για όλα τα παιδιά, στο κοινωνικό της σχόλιο «Ο Μικρός Ναμάντου Διηγείται». Έχει η κάθε μια τον τρόπο της να κερδίσει την προσοχή σας, και φυσικά να σας ανταμείψει. Με μεγαλύτερη βέβαια ανταμοιβή, στο ότι είναι και οι τρεις «δικά μας κορίτσια», Χαλκιδέες.

Στέλλα ΑρβανίτηΣτέλλα Αρβανίτη

Θυμάμαι ότι έγραφα από παιδί, από το δημοτικό. Στιχάκια, ποιήματα, παραμύθια, σκετσάκια. Μου άρεσε και να διαβάζω και να γράφω πολύ. Άλλωστε από τα αγαπημένα μου μαθήματα στο σχολείο ήταν πάντα η έκθεση και γενικότερα αυτά που αποκαλούμε λογοτεχνικά. Τα έχω όλα μέσα σε ένα συρτάρι. Περιμένουν…. Κατά καιρούς τα βγάζω και τα…ξεσκονίζω ..
Μ ’ αρέσει να βάζω αληθοφανή στοιχεία μέσα στα παραμύθια μου. Να φαίνονται εντελώς «πραγματικά». Γι’ αυτό και μπορεί να «αντιγράψω» εικόνες ή τοπία ή και χαρακτήρες που έχω συναντήσει, κυρίως όμως πολλά στοιχεία από τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό, στη βόρεια Εύβοια. Παρ’ όλες τις δυσκολίες που είχαμε όλοι τότε, σαν κοινωνία, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό σαν παιδί που είχα αυτά τα ερεθίσματα και όσο μπορώ διανθίζω μ’ αυτά τις ιστορίες μου, λίγο νοσταλγικά, λίγο ενοχικά (που δεν είναι πια ..κάπως έτσι), λίγο συναισθηματικά ίσως. Και νομίζω πως όταν τα ενσωματώνεις μέσα στην ιστορία δεν τα …ξεχνάς ποτέ πια…Αρκεί να ανοίξεις την αντίστοιχη σελίδα και να ….χωθείς πάλι πίσω, στο χρόνο. Και νομίζεις πως έχει σταματήσει, έστω και για λίγο.
Ο άνθρωπος αν πάψει να διαβάζει, ίσως παύει να ζει. Εγώ περνάω διάφορες φάσεις. Φάσεις που θέλω μόνο να διαβάζω ή μόνο να γράφω. Και ανάλογα με την «ψυχική μου» διάθεση, μπορεί να θέλω να διαβάζω μόνο …ψυχολογία, ή μόνο μυθιστορήματα (μου αρέσουν πάρα πολύ τα ιστορικά) ή πχ παραμύθια. Άλλες φορές πάλι μπορεί να διαβάσω μια καλή κριτική για κάποιο βιβλίο ή να αναφέρεται σε κάτι που με γοητεύει κι έτσι να το επιλέξω. Βέβαια έχω πάντα δίπλα στο κρεβάτι μου διάφορα βιβλία που θα ήθελα πχ να ξαναθυμηθώ, πριν ονειρευτώ. Το παραμύθι μου «Το κυπαρίσσι που έγερνε» το αφιερώνω φυσικά στην ιδιαίτερή μου πατρίδα, τον Άγιο Γεώργιο Λιχάδος, αλλά φυσικά και σε όλους τους συμπολίτες μας στη σημερινή εποχή,που ζουν με πάρα πολλές δυσκολίες. Πιστεύω ότι είναι πολύ επίκαιρο, ότι έχει θετικό και ελπιδοφόρο μήνυμα και ότι όλοι μας ίσως, έχουμε ένα «μικρό κυπαρίσσι που γέρνει», μέσα μας ή μπορεί κι έξω μας, αλλά δεν χρειάζεται να το κόψουμε…Υπάρχει κι άλλη λύση, καλύτερη….Τι λέτε;

Κατερίνα ΓιαμάΚατερίνα Γιαμά

Όλα ξεκίνησαν σε μικρή ηλικία. Αγαπούσα την ποίηση και την πεζογραφία και στο σχολείο διάβαζα περισσότερο λογοτεχνία παρά τα μαθήματα. Το μυθιστόρημα ήρθε σαν φυσική συνέχεια ένα βράδυ στις αρχές του καλοκαιριού του 2011 κ’ εγώ το μόνο που έκανα ήταν να ανοίξω τον υπολογιστή μου και να ξεδιπλώσω όλες τις πτυχές του εαυτού μου. Έτσι έγραψα το «Καληνύχτα και Όνειρα Γαλάζια» που εκδόθηκε πέρσι. Η διαφορετικότητα είναι ένα στοιχείο που με ιντριγκάρει. Από ψυχολογικό θρίλερ μπορεί να πάω σε …παραμύθι. Ποτέ δε μου άρεσε να επαναλαμβάνομαι. Ο γνώμονας όμως των επιλογών μου είναι να μαθαίνω και πάντα να μαθαίνω.
Ο Βάργκας έλεγε ότι «το γράψιμο σηματοδοτεί την αναζήτηση της ευτυχίας». Την ευτυχία του συγγραφέα και όχι απαραίτητα του αναγνώστη. Στους ήρωές μου αρέσει η «αλήθεια», τους αρέσει όμως επίσης το μυστήριο και οι άγνωστες πλευρές του για να αφήνουν την ελευθερία στον αναγνώστη να ψάξει, να υποθέσει, να «ταξιδέψει» και να χαθεί στη μαγεία της αναζήτησης. Οπως και στη ζωή, η «αλήθεια» στα βιβλία μου είναι σχετική ενώ η φαντασία είναι απεριόριστη. Μυθιστόρημα χωρίς «αλήθεια»και φαντασία είναι έρωτας που δεν έχει μέσα του τρέλα…
Πάντα μου άρεσε η καθημερινή πορεία του γραψίματος, γιατί γράφω κάθε μέρα από δύο μέχρι τέσσερις ώρες. Βαδίζοντας αυτό τον υπέροχο μοναχικό δρόμο, ανάμεσα σε ανθρώπους της καθημερινότητάς μου, σκέφτομαι ότι το τέλος αργεί…και όσο αργεί τόσο πιο γοητευτικό είναι…τόσο που δεν θέλω να τελειώσω. Κατά βάθος όμως, ομολογώ ότι όταν πλησιάζω προς την τελευταία σελίδα, νιώθω τη λύτρωση…σα να εκπλήρωσα την «υποχρέωσή» μου προς τον αναγνώστη. Ένα ευτυχισμένο τέλος δεν μου λέει απολύτως τίποτε. Αντίθετα μια ευτυχισμένη, βασανιστική πορεία προς αυτό μου λέει πολλά.
Τα ερωτικά θρίλερ έχουν μια ξεχωριστή θέση στη καρδιά μου.Η «Ροζ Σκακιέρα», όπως λένε κάποιοι που τη διάβασαν, εντάσσεται στα αστυνομικά και στη συνέχεια στα ερωτικά θρίλερ. Όπως γράφω και στο οπισθόφυλλο, είναι ένα βιβλίο που αναφέρεται στον απόλυτο έρωτα και την καταστροφική εμμονή του ιδωμένο όμως με τη ματιά μιας γυναίκας που αγαπάει τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Ουσιαστικά «ζουμάρει» με μια δημοσιογραφική διάθεση και αυστηρότητα στη σύγχρονη εποχή και τη σκληρότητά της μέσα από το κυρίαρχο ανθρώπινο συναίσθημα που είναι ο έρωτας.
Θα το αφιερώσω αφενός μεν στους ανθρώπους που δεν έχουν ταμπού και ενδίδουν στους ακραίους έρωτες, αφετέρου σε όλους εκείνους τους αναγνώστες που με στηρίζουν από το πρώτο βιβλίο και μου εμπιστεύονται τον ελεύθερο χρόνο τους για να τους «ταξιδέψω». Ανάμεσα σ’ αυτούς και η οικογένεια μου!

Δήμητρα ΝικηφορίδουΔήμητρα Νικηφορίδου

Στο σπίτι μας είχαμε μια πολύ μεγάλη και γεμάτη βιβλιοθήκη κι έτσι είχα την ευκαιρία να διαβάσω από μικρή πολλά και διάφορα βιβλία. Με μεγάλη περιέργεια διάβαζα βιβλία ψυχολογίας, που είχε η μαμά μου και συνεχίζει να είναι ένας τομέας που με ενδιαφέρει πολύ. Μου άρεσε, όμως, και η παιδική λογοτεχνία από συγγραφείς, όπως η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρρή. Στη συνέχεια, άρχισα να διαβάζω Αλκυόνη Παπαδάκη και Μάρω Βαμβουνάκη, λαχταρώντας κάθε φορά να πιάσω στα χέρια μου το επόμενο βιβλίο τους. Έτσι, αργότερα, και με τον Ίρβιν
Γιάλομ και τον Χόρχε Μπουκάι, έγινα πιστή ακόλουθος σε κάθε βήμα τους και παραμένω ακόμα. Μου αρέσουν – για διαφορετικούς λόγους – ο Καζαντζάκης, η Victoria Hislop, ο Αύγουστος Κορτώ. Σχεδόν για οποιοδήποτε βιβλίο πέσει στα χέρια μου, νιώθω ότι έχει κάτι να μου δώσει, πως κρύβει έναν μικρό ή μεγάλο θησαυρό.
Η συγγραφή έχει για μένα κάτι μαγικά δημιουργικό, αφού γεννιούνται ήρωες και ιστορίες, που αποκτούν δική τους ζωή και φεύγουν από τον δημιουργό τους. Ταξιδεύουν προς διάφορες κατευθύνσεις, αγγίζουν άλλους ανθρώπους και συνδέονται μαζί τους. Και όλα αυτά συμβαίνουν στη σφαίρα της νόησης, χωρίς απτά ίχνη – παρά μόνο μερικά γράμματα σε λευκά χαρτιά. Η ίδια η διαδικασία, λοιπόν, είναι που με εμπνέει καταρχήν, η ευχαρίστηση της δημιουργίας. Σίγουρα, με παρακινεί και το ενδιαφέρον μου για ένα θέμα, η διάθεση να δώσω μορφή σε κάποιες σκέψεις και να εκφράσω συναισθήματα, αλλά και να ζήσω η ίδια αυτό που γράφω. Η έμπνευση για τον μικρό Ναμάντου ήρθε από την αγάπη μου για τα παιδιά και η ιδέα ήταν να δω την πραγματικότητα ενός μικρού μετανάστη, μέσα από τα δικά του μάτια.
Ο μικρός Ναμάντου έχει έρθει με τους γονείς του στην Ελλάδα, προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Στο παραμύθι αυτό, διηγείται, μέσα από τη δική του παιδική ματιά, την αντιμετώπιση που δέχτηκε από το περιβάλλον του, τα συναισθήματά του για το παλιό και το νέο του σπίτι και το όνειρό του για το μέλλον. Περιγράφει τις δυσκολίες που πέρασε, τις σχέσεις του με την οικογένεια, με ένα σκυλάκι και με τους συμμαθητές του και μέσα από όλα αυτά αναδεικνύεται η αξία της αληθινής φιλίας. Τελικά, ο μικρός Ναμάντου μας μεταφέρει, με πολύ συναίσθημα, αυτά που ζει και που ζουν ίσως κι άλλα παιδάκια, όσα έχουν έρθει από κάπου μακριά. Αξίζει να μπούμε για λίγο μέσα στην ψυχή τους και να δούμε πόσο εύκολα μπορεί να γεμίσει η καθημερινή τους ζωή με χαρά και ζεστασιά…
Το παραμύθι αυτό είναι η πρώτη μου συγγραφική απόπειρα. Το έχω αφιερώσει στην οικογένειά μου, για την αγάπη τους, την πίστη που έχουν σε μένα και επειδή τους κουβαλάω συνεχώς μέσα μου, όπου και αν βρίσκεται ο καθένας μας.

Μοιραστείτε:  

Tags: