Η ιστορία μιας χυλόπιτας

Ο τρόπος της να μοιράζει προκηρύξεις και να ουρλιάζει με τη ντουντούκα, με έκανε να βουτάω στον Εύριπο και να πνίγομαι. Την παρακολουθούσα καιρό τώρα στα χαράτσια, τα δίκτυα αλληλεγγύης, τις διαδηλώσεις, τα γιαουρτώματα, τις συνελεύσεις. Τη ρώτησα αν θα’ θελε να πάμε μια βόλτα (και ει δυνατόν να με ερωτευτεί).

Η ιστορία μιας χυλόπιτας, εικονογράφηση: Σοφία ΜυλωνάΕίχα ετοιμάσει και ένα λογύδριο για μετά: Ο Καζάκης και ο Βαρουφάκης, η ενότητα της αριστεράς, τα ντοκιμαντέρ του Χατζηστεφάνου, το ντεκολτέ της, τα κολλητά της τζιν, τα δάχτυλά της με τα άλλοτε άβαφα και άλλοτε βαμμένα νύχια.
«Όχι».

Δε με ήθελε, δε με ήθελε, δε με ήθελε.
Ένα σύννεφο έπιασε να βρέχει αποκλειστικά πάνω από μένα. Σύρθηκα μισολιπόθυμος μέχρι το σιδηροδρομικό σταθμό. Στο γκισέ των εισιτηρίων, η κοπέλα με ρώτησε που πάω: Στο έβδομο επίπεδο της κόλασης, στην εξορία των ψυχών και των σωμάτων ημών.
Η κοπέλα του γκισέ, σίγουρα θα είχε κάπου σ’ αυτήν την πόλη τον έρωτά της, που την περίμενε να την κυλήσει στο πάτωμα και να τραγουδήσει σα λυσσασμένος γάτος σερενάτες κάτω από το μπαλκόνι της.
Μία ηλικιωμένη κυρία στάθηκε δίπλα μου, τη βοήθησα με τις βαλίτσες. Σίγουρα κι αυτής ο έρωτας θα την περίμενε με μία ανθοδέσμη στο σταθμό Λαρίσης. Θα παίρνανε ένα ταξί και θα πηγαίνανε στο σπίτι στο Αιγάλεω για τσάι. Στο δρόμο θα του έλεγε, πώς τα πέρασε στης ξαδέρφης της που τα’ χει με τον φούρναρη δεξιά, όπως μπαίνουμε στην Αρτάκη.
Όταν εμφανίστηκε μία καλόγρια, κάπως δίστασα σχετικά με τον έρωτά της, αλλά ακόμα και αυτή θα τον είχε με την μορφή των αγγέλων και των αγίων, δεν υπήρχε αμφιβολία.
Έκατσα σ’ ένα πέτρινο παγκάκι προς τη μεριά της θάλασσας. Από τις ψηλές ευκαλύπτους ακούγονταν καρακάξες, κοράκια και οι σάλπιγγες της Δευτέρας Παρουσίας. (Ο σταθμός της Χαλκίδας είναι ίσως ο πιο ωραίος σταθμός των Βαλκανίων, για να μην πω του σύμπαντος. Κάποτε μάλιστα, ήταν ένας φυσιολογικός σταθμός με φωτεινούς πίνακες αφίξεων και αναχωρήσεων, με επιβάτες, με καφενεδάκι, με σταθμαρχαίους. Μετά, κάποιος κεραυνός χτύπησε τους αρμοδίους και το slow train coming, τώρα πια, παραλαβαίνει τους ανθρώπους πιο πέρα σε κάτι ξέμπαρκα κιόσκια, ο σταθμός εγκαταλείφθηκε στην τύχη του, οι νεαροί τον μουτζούρωσαν με τα σπρέι τους, η σκόνη του χρόνου πήρε να τον κουκουλώνει.)
Μάλλον ήταν ζήτημα λανθασμένης τακτικής. Ίσως έπρεπε να της κάνω ένα πέσιμο του στυλ σοκ και δέος, ανυπόκριτο, χωρίς πολλές τζιριτζάντζουλες. Από την άλλη, όμως, σαφώς προτιμούσα το λάου – λάου πέσιμο, γιατί είναι πιο ασφαλές, λιγότερο επώδυνο. Μήπως πάλι – λέω – αντί για άρθρα περί εξόδου από το ευρώ θα ήταν καλύτερα να της έστελνα με μέιλ κάνα ποίημα του Πάμπλο Νερούντα; Πώς να εκπορθήσεις αδερφέ μου αυτήν την πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα απόρθητη θηλυκότητα, με σκουριασμένη πανοπλία και στραβοχτυπημένη σαν τηγάνι φίσλερ περικεφαλαία, και γύρω να έχει τάφρο με κροκόδειλους και να σου ρίχνουν από τις πολεμίστρες καυτό λάδι και πυρηνικές κεφαλές; Πώς;
Είχα γίνει μουσκίδι από τη βροχή, βαθιά μέχρι την ψυχή μου. Εν τω μεταξύ, έβαλα και τα κλάματα, ο κόσμος με κοίταγε παραξενεμένος, ένας άνθρωπος που κλαίει δεν είναι κάτι που συμβαίνει κάθε μέρα.
Βέβαια – σκέφτηκα – δεν ήμουν και του πεταματού στο παρελθόν (στο πολύ απώτερο παρελθόν) είχα κάνα δυο κατακτήσεις. Ωστόσο, τον Νίκο κάθε τρίμηνο τον έβλεπα και με άλλη. Τον ζήλευα φριχτά, ήθελα να τον δω νεκρό. Θα μου πεις, ο Νίκος είναι πιο έτσι, έχει και μακριά μαλλιά,ενώ εγώ αρχές (για να μην πω τελειώματα) φαλάκρας. Σαν να μην έφτανε αυτό, είχα φτιάξει λόγω αγυμνασίας, και κοιλιά. Αυτά ήταν τα δύο βασικά μειονεκτήματά μου και επιπλέον, δε μου έβγαιναν οι ατάκες, δεν είχα λέγειν, άνετα θα με πέρναγες για κωφάλαλο, συχνά βούλιαζα σ’ ένα απύθμενο πηγάδι σιωπής, σε μια άβυσσο ανημποριάς, σ’ έναν ωκεανό αποτρόπαιης αμηχανίας.
(Χτες βράδυ ονειρεύτηκα ότι κάποιος με αγάπησε: Ήμουν λαμπερός, με ρούχα από του Παρθένη, με λέγανε Φερνάντο Πεσσόα ή Σεζάρ Βαλιέχο, μοίραζα στις θαυμάστριές μου αυτόγραφα, είχα ψυχή ανάλαφρη και υγιή, βήματα σίγουρα μες στη ζωή).
Εκεί στην πρώην αποβάθρα του πρώην σταθμού, ο νυν και αεί Άστορ Πιατσόλα με το μπαντονεόν του ξεκίνησε να παίζει το Λιμπερτάγκο. Η Αλέκα Παπαρήγα με μακριά ξώπλατη τουαλέτα και ο Αλέξης Τσίπρας με άσπρο κοστούμι και μαλλιά καρφάκια χόρευαν ταγκό παθιασμένοι, εκείνος της ψιθύριζε στο αυτί κάτι για κοινή κάθοδο στις εκλογές και με ραγισμένη αισθησιακή φωνή τής ζητούσε συγνώμη για το Μάαστριχ.
Παντού στη Χαλκίδα, οι άνθρωποι χόρευαν ταγκό σφιχταγκαλιασμένοι, κυλούσαν τον έρωτά τους στο πάτωμα, τραγουδούσαν σερενάτες, έπιναν τσάι με αφροδισιακά βότανα, προσκυνούσαν στα εικονίσματα τον άγιο αγαπημένο, ο ένας πλάι στον άλλο τσούλαγαν το καροτσάκι με το μωρό τους, φιλιόντουσαν τρυφερά με απλή επάλειψη των χειλέων ή σε στυλ ημιγλωσσέ ή και με ολόκληρη τη γλώσσα, περπατούσαν πιασμένοι χέρι – χέρι ή από τη μέση ή από τους ώμους ή και με τα χέρια να γλιστράνε κάτω από τα ρούχα και να αναζητάνε αδηφάγα τα κρυφά μαγικά τοπία της αγάπης.
(Τα μεγάφωνα ανακοίνωναν την περιφανή νίκη των αντιμνημονιακών δυνάμεων και του Σύριζα στις εκλογές. Ένας μόνος άντρας με άδεια αγκαλιά και άδειες λέξεις, μαρμαρωμένος γυμνός βασιλιάς, περίμενε στο υπόστεγο του σταθμού να σταματήσει η βροχή. Μετά πήρε το δρόμο για το σπίτι. Πήρε το δρόμο για το σπίτι. Από ένα παρατημένο κινητό ακουγόταν το «Ηenry Lee» του Nick Cave.)
Είχε μια δύσκολη μέρα
Το τραγούδι στάλαζε μέσα του.
Πιο πολύ η μουσική.
Στάλαζε μέσα του σταγόνες της βροχής.
Κάθε πλήκτρο που χτυπούσε του θύμιζε τα χέρια της.
Ήθελε να υγράνει αυτά τα δάχτυλα μέσα στο στόμα του.
Να, εκεί στη στρογγυλή τους άκρη ν’ ακουμπήσει τη γλώσσα του.
Να ισορροπήσει πάνω τους.
Μια λέξη μυστική.
Μία για το καθένα.
Καθισμένος στο σταθμό του τρένου, είδε άξαφνα τη θάλασσα ν’ απλώνει κύματα-κύματα τα χρόνια της ερημιάς.
Και τέντωσε το χέρι να πιάσει τη βροχή.
Να την έχει δική του.
Το σώμα του έψαχνε το σώμα της.
Το στόμα του ζητούσε στις άκρες των δαχτύλων της, να ξαναβρεί τις λέξεις που δεν της είχε ακόμα πει.

Παραπομπές
• Το «Henry Lee» σαφώς προτείνεται ως μουσική υπόκρουση του αναγνώσματος. Επίσης μην παραλείψεις να δεις χιλιάδες φορές στο γιουτιούμπ το βίντεο του τραγουδιού.
• Καζάκης, Βαρουφάκης: αντιμνημονιακοί οικονομολόγοι.
• Μάαστριχ: Η συνθήκη του Μάαστριχ με αντικείμενο την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, βασικό σημείο τριβής μεταξύ ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ.
Μοιραστείτε:  

Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν».  Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.