Διακοπές

Σ’ αυτή την κρουαζιέρα, αν εξαιρέσεις την υποχρέωση να είσαι σώνει και καλά ευτυχισμένος, είναι πολύ αμέριμνα. Κατεβαίνουμε στα λιμάνια, δεν έχει σημασία ποια λιμάνια, θα μπορούσαν να είναι στην Κίνα, το Βόρειο Πόλο ή τη Γη του Πυρός, αγοράζουμε λουκούμια Σύρου και φιστίκια Αιγίνης, απαθανατιζόμαστε και ξαναεπιβιβαζόμαστε για να συνεχίσουμε.

ΔιακοπέςΞέρουμε πού πάμε αλλά δεν ξέρουμε πού ήμασταν, ούτε ξέρουμε να πούμε τι έχουμε δει. Στην απoβάθρα μάς κουνάει το μαντήλι ο εαυτός μας, έντρομος σαν τερματοφύλακας που περιμένει την εκτέλεση του πέναλτι. Και όλο πλέουμε και πλέουμε. Αυτές ναι, είναι διακοπές…
Πάνω στο κρουαζιερόπλοιο συνοδεύω την Μαρία, στην οποία σκοπεύω να κάνω πρόταση γάμου. Για να τη γοητεύσω δανείστηκα και ένα άσπρο κοστούμι από το νονό μου, που επί χούντας ήταν υπενωμοτάρχης της χωροφυλακής και τώρα έχει γίνει σύμβουλος παρά τω πρωθυπουργώ.
Ξαφνικά μέσα στην κατάμαυρη νυχτιά και τη γλυκιά ναυτία, ενώ η ορχήστρα παίζει μια ξενέρωτη μουσική και τα ζευγάρια στο κατάστρωμα στροβιλίζονται νωχελικά και φωσφορίζουν κάτι νέον φεγγάρια, το καράβι παίρνει μια απότομη στροφή και χάνω την ισορροπία μου – αν την είχα ποτέ – γλιστράω από την κουπαστή και πέφτω στo νερό και γίνομαι μούσκεμα. Αρχίζω να φωνάζω βοήθεια ρε παιδιά, άνθρωπος στη θάλασσα, μα οι αποπάνω έχουν πάρτι για την πάρτη τους. Δίπλα μου βρίσκω τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο παγωμένο, αυτός έχει ξεμείνει από άλλο ναυάγιο. Το κρουαζιερόπλοιο όλο και απομακρύνεται στη Μαύρη Θάλασσα ή την Ερυθρά Θάλασσα ή απλά στην μπλε θάλασσα. Φεύγει μακριά σαν μια σαρανταποδαρούσα πυγολαμπίδα.
Μένω άλαλος, αποσβολωμένος, στη μέση μιας ωκεάνιας ησυχίας που ίσως και να την απολάμβανα υπό διαφορετικές συνθήκες. Ένας αέρας φυσάει πέρα τις πίσω μου σελίδες και έχω μια τρελή όρεξη να κλαφτώ, να γκρινιάξω, αλλά συγκρατιέμαι. Και στο κάτω κάτω σε τι μου χρησιμεύει αυτό το κρουαζιερόπλοιο, σε τι μου είναι απαραίτητες οι εγκάρδιες τσιριμόνιες και τα υπουργικά συμβούλια και ξεσυμβούλια, όλη αυτή η πολιτισμένη βαρβαρότητα και τα συμπονετικά βαμπιροχαμόγελα; Και τι δόξα στεφανώνομαι αενάως αδιάφορος και αδαής; Γιατί να επιφυλάσσω στον εαυτό μου τη σκληρή μοίρα ενός παρατρεχάμενου άδοξου μπάσταρδου;
Εντωμεταξύ, η Μαρία, ενώ υποτίθεται ότι εγώ θα ήμουν ο επίσημος συνοδός της σε αυτό το ταξίδι, δεν έχει καταλάβει καν ότι λείπω από δίπλα της, ότι δεν υπάρχω, ότι έχω απ’ τα μεσάνυχτα πνιγεί χίλια μίλια περ’ απ’ τις Εβρίδες. Χορεύει συνεχώς μ’ έναν τύπο πολύ ντεγκλαρέν και σφίγγεται πάνω του και κάνουν ντροπής πράματα και κλείνει και τα μάτια της, όταν μία γυναίκα μέσα στην αγκαλιά ενός άντρα κλείνει τα μάτια της, αυτό είναι, τελείωσε. Ωστόσο, τι να κάνουμε, δεν πειράζει…
Κολυμπώντας σε στυλ ελεύθερο ημιύπτιο φτάνω στις Ροδιές: κάποιος έχει παρατήσει στην παραλία τις πάνες του μωρού του και μία μισοφαγωμένη από πριν τις εκλογές πίτσα. Σκέφτομαι, καλύτερα ναυαγός, και ξαναβουτάω στο πέλαγος. Παρακάτω το κύμα με ξεβράζει στις Αλυκές, σ’ ένα δάσος από ομπρέλες και ξαπλώστρες. Άλλος κόσμος αδερφέ μου, του κουτιού: μακάριες ξάπλες, αντηλιακά με υψηλό δείκτη, φρεντοτσίνοι, μιζανπλί και περιποιημένα ποδόνυχα, γραμμωμένοι κοιλιακοί και τα σχετικά. Τριγυρίζω ψωραλέος και κοψομεσιασμένος μέσα σ’ όλη αυτή την αποτρόπαιη τελειότητα και νιώθω μια τρομερή ανάγκη για σοκολάτα. Εναγωνίως αναζητώ τη θρυλική Τζέσικα Λουλούμπα που είναι η απόλυτη φαντασίωση κάθε άντρα στη Χαλκίδα, η ιδανική γυναίκα, διαθέσιμη πάντα και παντού. Μαθαίνω ότι δυστυχώς το ‘σκασε με το ναυαγοσώστη, απουσιάζει εδώ και κάμποσα τεύχη του «Αν» και έτσι ξαναγυρίζω κακήν κακώς στα ανοιχτά.
(Μαρία, μην το πάρεις για επέμβαση στα προσωπικά σου, αλλά, ώρες τώρα χαριεντίζεσαι και κάνεις κόνξες και απλώνει πάνω σου τα ξερά του αυτός ο τύπος που, πάω στοίχημα, είναι ψηφοφόρος του Τσοχατζόπουλου. Και δεν έχεις καταλάβει καν ότι λείπω, θαλασσοπνίγομαι σου λέω, κλείσε επιτέλους την τηλεόραση.)
Η ροδοδάκτυλη αυγή έχει κάνει την εμφάνισή της και εντέλει βγαίνω σε μια ακτή πολύ μέγκλα: φοινικιές, χαβανέζες, σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενοι, ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής και ούτε ίχνος από εκκαθαριστικά της εφορίας. Πέφτω εξαντλημένος Οδυσσέας στην άμμο και η Πηνελόπη (Κρουζ) τρέχει να μου κάνει μασάζ. Αυτός είναι ο παράδεισος, εδώ θα μείνω να μακροημερεύσω, να ασχοληθώ με τα ειρηνικά μου έργα. Ωστόσο, τα πράματα ποτέ δεν είναι τόσο αθώα όσο φαίνονται: κάτι αλλόκοτοι κύκλωπες με δύο μάτια, εισβάλλουν μουγκρίζοντας από μια άκρη και σκίζουν και τσαλαπατάνε το χάρτινο σκηνικό. Χριστός και Παναγία, έχει και η Ιθάκη χρυσαυγίτες; Κατά κακή μου τύχη με παίρνουν στο κυνήγι, θεωρώντας με πακιστανό. Ενώ τρέχω να σωθώ, τους φωνάζω ότι δεν είμαι (ή μήπως είμαι; Καμιά φορά μπερδεύομαι, γιατί όλες οι πατρίδες είναι το ίδιο καμωμένες από χώμα και τσιμέντο και από αυτήν τη μικρή σπιθίτσα στα μάτια των ανθρώπων).
(Μα Μαρία, γαμώ την κοινωνία μου, χορεύεις όλη νύχτα με τον υπουργό οικονομικών, και δε σκέφτεσαι καθόλου τα μεσοβραχυμακροπρόθεσμα μέτρα, τους άνεργους, τα συσσίτια, τις χειροβομβίδες κρότου λάμψης. Ήμαρτον, δεν έχει μείνει κολυμπηθρόξυλο όρθιο. Τι άλλο πρέπει πια να συμβεί για να καταλάβεις ότι λείπω από δίπλα σου; Λείπω Μαρία. Λείπω. Όμως, μην το κάνουμε θέμα, δεν πειράζει…)
Χωρίς να μπαρκάρω βρέθηκα σ’ αυτό το καράβι. Κι από τότε κολυμπάω διαρκώς. Γύρω μου τέσσερις τοίχοι γυμνοί. Τρυπάει τους τσίγκους της στέγης η βροχή. Με ραγισμένη πλώρη ξεπροβάλλω. Διασχίζω τη φτώχεια μου όλη. Στο τέλος του δρόμου, απαντάω τον ήλιο. Το δάκρυ μου σπάει και διαλύεται. Βγαίνει απ’ το κουκούλι της η ψυχή μου, πεταλούδα που δε θυμάται πως κάποτε ήταν κάμπια. Ακούω τον αντίλαλο του βήματός σου. Έρχεσαι; Σε περιμένω. Ένα παράφωνο κομμάτι μου ακόμη τραγουδάει την αγάπη.

* Το κείμενο περιλαμβάνει αναφορές στους ποιητές Όμηρο, Κωνσταντίνο Καβάφη, Νίκο Καββαδία, Πήτερ Χάντκε, Γιώργο Τριανταφύλλου κλπ.
* Ως μουσική υπόκρουση του αναγνώσματος προτείνεται το «Elegy for a Lost Summer» της Anne Clark και το ποίημα του Νίκου Καββαδία «Πούσι», μελοποιημένο από τους «Ξέμπαρκους».
Μοιραστείτε:  

Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν».  Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.