Χαρίκλεια Μυταρά

στην υπηρεσία της τέχνης

Η αγαπημένη της Χαλκίδας Χαρίκλεια Μυταρά μιλά χωρίς να μασάει τα λόγια της για τη μεγάλη της αγάπη, το Εργαστήρι Τέχνης, για τα παιδιά, τους συνεργάτες της και τη Χαλκίδα που χάθηκε…

Γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ζωγράφος στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλους τον Γ. Μόραλη και τον Σ. Παπαλουκά. Συνέχισε τις σπουδές της 3 χρόνια στο Παρίσι στην Arts Decoratifs και την Metiers d’ Arts. Έχει διδάξει σε όλες τις βαθμίδες της καλλιτεχνικής παιδείας και ειδικά στην Α.Σ.Κ.Τ. ως Ειδικός Επιστήμων στο Βασικό Σχέδιο.

Για το ξεκίνημά της στη Χαλκίδα…

Χαρίκλεια ΜυταράΑφορμή να έρθω στη Χαλκίδα ήταν ο Μυταράς, που ως γνωστόν είναι Χαλκιδέος, αλλά κυρίως ο Γιάννης Σπανός, ο οποίος έχοντάς μας εμπιστοσύνη μάς ζήτησε να δημιουργήσουμε ένα Εργαστήρι για να προωθήσουμε τον πολιτισμό στην πόλη. Τελικά το Εργαστήρι το ανέλαβα εγώ. Σ’ ένα στενόχωρο υπόγειο στην αρχή, όπου κάναμε διάφορα μαθήματα, όπως σχέδιο, χρώμα, ιστορία της τέχνης. Ανεβάζαμε και κατεβάζαμε τραπέζια, καβαλέτα, λόγω ελλείψεως χώρου, αλλά με φοβερή αγάπη απ’ όλους γι’ αυτό που κάναμε, και με τα κουλουράκια μας και με τα εκπληκτικά μας γλέντια. Ήταν πολύ ωραία εποχή. Από τη δεύτερη χρονιά κατάλαβα ότι θα ήταν σωστό να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας προς τα παιδιά. Εντάξει οι ενήλικες, τους βοηθήσαμε. Η μία έφυγε από το ξεσκονόπανο, ο άλλος έφυγε από τη ΔΕΗ, για να έρχονται κάποιες ώρες στο Εργαστήρι και εκεί να εκφράζονται. Το μέλλον όμως ανήκει στα παιδιά. Προσωπικά δίδασκα πάντα σε ενήλικες, ακόμα και στην Καλών Τεχνών. Φοβήθηκα να αναλάβω παιδιά, γιατί ξέρω ότι είναι πολύ μεγάλη ευθύνη να δημιουργείς ανθρώπους. Έψαξα και βρήκα μία φίλη μου ζωγράφο, που είχε διδάξει σε παιδιά. Ήταν η πρώτη δασκάλα του Εργαστηρίου. Από τις πρώτες μέρες φαίνεται ότι ενθουσιάστηκαν και οι γονείς και τα παιδιά. Έτσι την επόμενη χρονιά ήρθαν ακόμη περισσότερα. Έπρεπε να δουλέψω και εγώ. Άρχισα να διαβάζω, να διαβάζω, να διαβάζω, παιδαγωγικά κυρίως, για να διδάξω και εγώ. Από το δήμο μάς έδωσαν και τον επάνω χώρο του κτιρίου, όπου κάνανε μάθημα πια τα παιδιά. Όταν ο Γιάννης Σπανός έφυγε από το παλιό του δημαρχείο στην πλατεία Αγίου Δημητρίου, μου είπε: «Ρε Ζουζού, να στο δώσω εσένα το κτίριο. Τι να το δίνω τώρα σε διάφορους μικρούς – μικρούς συλλόγους; Πάρ’ το να στεγάσουμε μέσα τα παιδάκια. Εγώ θα σου το φτιάξω, όπως θες…». Το ’πε και το ’κανε. Γι’ αυτό και θεωρούμε υποχρέωσή μας να τον τιμήσουμε την Πρωτοχρονιά, που θα είναι πια τα 30 χρόνια του Εργαστηρίου. Πέρασε αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να διαμορφώσω τη Δημαρχεία σε αίθουσες διδασκαλίας, κάποια στιγμή καταφέραμε και κάναμε τα εγκαίνιά του. Εκείνη τη βραδιά μάς έδωσαν και το χρυσό μετάλλιο της πόλης, στον Μυταρά και εμένα. Εκείνη την εποχή το κτίριο ήταν μεγάλο για εμάς, τώρα πια είναι πολύ μικρό και πρέπει να πω ότι πάντα πιστεύω πως χρειαζόμαστε ένα σύγχρονο κτίριο με σωστές υποδομές. Π.χ. τετραγωνισμένες αίθουσες. Αυτές οι αίθουσες θα βοηθήσουν τα παιδιά να αισθάνονται ομάδα, να εργάζονται συλλογικά και να ξεπερνούν με αυτόν τον τρόπο το γνωστό εγωκεντρισμό του Έλληνα.

Για το πρόγραμμα «Μελίνα»…

Παράλληλα, όσον αφορά στην τέχνη και επειδή η δημόσια εκπαίδευση υστερεί σε αυτόν τον τομέα και δεν δημιουργούνται κατάλληλες προϋποθέσεις να γίνουν τα παιδιά μας πολιτισμένοι πολίτες, μια ομάδα καλλιτεχνών και επιστημόνων πήραμε την πρωτοβουλία να δημιουργήσουμε το πρόγραμμα «Μελίνα – Τέχνη και Πολιτισμός», στο οποίο ήμουν επικεφαλής στα εικαστικά. Ήμασταν ελάχιστοι άνθρωποι και κουραστήκαμε πολύ. Όμως έγινε σημαντική δουλειά στην προσπάθεια να εντάξουμε την τέχνη -όχι μόνο τα εικαστικά, άλλα και τη μουσική, το θέατρο- στα μαθήματα του δημοτικού και να τα παντρέψουμε μεταξύ τους. Υπήρχε πολύ μεγάλη συμμετοχή δασκάλων, κι εκεί κατάλαβα ότι ο Έλληνας είναι φιλότιμος. Κάναμε θαύματα στα σεμινάρια. Δυστυχώς και αυτή η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε, γιατί σταμάτησε η χρηματοδότηση του «Μελίνα» από τα Υπουργεία Παιδείας και Πολιτισμού. Ως προς τη Χαλκίδα και γενικότερα την Εύβοια πρέπει να τονίσω πως δεν έχω παράπονο από κανένα νομάρχη και κανένα δήμαρχο. Μόνο που το όριο για βοήθεια που θέτω εγώ είναι υψηλό, ενώ για κείνους πολύ χαμηλό. Να είναι καλά ο Μυταράς, που βοηθά όσο μπορεί με τις γνωριμίες του αλλά και με τα χρήματα που πολλές φορές δίνει.

Κατά τη διάρκεια του μαθήματος ανεβαίνω ακόμη και πάνω στο τραπέζι, επίτηδες φτάνω δηλαδή στα άκρα, για να αφήσουν κι αυτά με τη σειρά τους ελεύθερο τον εαυτό τους, τη φαντασία τους και τη δημιουργικότητά τους.

 

Για τη Χαλκίδα…

Αισθάνομαι Χαλκιδέα και λατρεύω τη Χαλκίδα. Την έχω ζωγραφίσει πολλές φορές. Έχει μαλακό, τρυφερό φως, που εμένα μου ταιριάζει πολύ. Θάλασσα έχει όλη η Ελλάδα, όμως ο Εύριπος είναι μοναδικός. Μέσα στα 30 χρόνια είδα να γκρεμίζουν εκπληκτικά κτίρια, όπως η Αβένα, και να καταρρέει η Αρέθουσα, που προσωπικά έχω πασχίσει γι’ αυτή… Το ίδιο και ο Μυταράς. Το κτίριο είναι πολύ μεγάλο, πολύ ωραίο, έχει δοθεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο, αλλά θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και διαφορετικά.
Για το κτίριο ΑΣΑΧ, ένα βιομηχανικό χώρο που τόσο καλά έχουν αξιοποιήσει αντίστοιχα σε άλλες πόλεις, όπως για παράδειγμα ο Μύλος στη Θεσσαλονίκη, ο Μυταράς χάρισε τα έργα του στη Χαλκίδα -και μιλάμε για εκατομμύρια-, δίνει τη Συλλογή κοχυλιών του που είναι η μεγαλύτερη στην Ευρώπη, ενώ και το Εργαστήρι θα μπορούσε να εκθέσει έργα των μαθητών του με το ανάλογο παιδαγωγικό υπόβαθρο. Θα μπορούσαν να γίνουν μεγάλες εκθέσεις και να έρχεται όλη η Ελλάδα να βλέπει αυτό το σύνολο. Μιλάμε δηλαδή για ένα τριπλό μουσείο. Μερικοί είπαν για τη βιβλιοθήκη του Καλία. Η βιβλιοθήκη του Καλία είναι σπουδαία, αλλά εξυπηρετεί κάποιους ερευνητές, κάποιους λίγους που θέλουν να μελετήσουν τα σημαντικά της βιβλία. Δεν κάνει για το χώρο του ΑΣΑΧ. Χρειάζεται ένα άλλο κτίριο. Στο κάτω κάτω πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι τον τουρισμό μας εμείς τον διαμορφώνουμε. Στη Χαλκίδα προωθούμε τον τουρισμό του καφέ, ενώ η τέχνη θα μπορούσε να γίνει πολιτιστικός πόλος έλξης για τους Έλληνες.

Για το Εργαστήρι…

Το Εργαστήρι έχει τη γενικότερη αποδοχή της Χαλκίδας. Ίσως όχι ακριβώς αυτή που θα θέλαμε. Εξακολουθώ να λέω ότι ο Σπανός, που το δημιούργησε, ήταν ένας οραματιστής και παρ’ όλες τις διαφορές μου μαζί του τον αγαπώ και τον εκτιμώ. Σαν Εργαστήρι παίρνουμε μέρος σε διάφορους παγκόσμιους διαγωνισμούς κι έπειτα έτσι απλά έρχονται οι διακρίσεις, και μάλιστα παιδιών 6 και 7 ετών. Τη μία χρυσά, την άλλη ασημένια, την άλλη μπρούτζινα. Και βέβαια θα ήθελα να τονίσω ότι πέρα από την καλή ατμόσφαιρα και την προσπάθεια να μην καταπιέσουμε τη δημιουργικότητά τους και εξ απαλών ονύχων να τους μάθουμε κάποια πράγματα για την τέχνη και τον πολιτισμό, δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα γιατί το παιδί είναι από μόνο του ένας χείμαρρος. Στο Εργαστήρι περνά ωραία, παίζει, έχει φίλους, απολαμβάνει ένα κλίμα δημιουργικότητας, ακόμη και η φασαρία και οι φωνές συντελούν στο να δημιουργηθούν θετικά αποτελέσματα. Κατά τη διάρκεια του μαθήματος ανεβαίνω ακόμη και πάνω στο τραπέζι, επίτηδες φτάνω δηλαδή στα άκρα, για να αφήσουν κι αυτά με τη σειρά τους ελεύθερο τον εαυτό τους, τη φαντασία τους και τη δημιουργικότητά τους. Τι αποδεικνύει αυτό; Ότι είμαστε σπουδαίος λαός, είμαστε ευφάνταστοι, ευαίσθητοι. Όταν βρεθούμε στο εξωτερικό, η μεσογειακή αύρα, το φως και ο πολιτισμός της Ελλάδας που μας λούζει, μας χαρίζουν πρωτιές. Βέβαια, πολλά παιδιά δε γίνονται καλλιτέχνες. Πολλά έχουν ασχοληθεί με την τέχνη και άλλα απλώς έχουν ποτιστεί από τον πολιτισμό. Δυστυχώς μερικά από αυτά σπουδάζουν στο Εργαστήρι 2 ή 3 χρόνια και στην πορεία τα σταματούν οι γονείς με αιτιολογικό ότι δεν προλαβαίνουν λόγω άλλων υποχρεώσεων. Δυστυχώς, δε συνειδητοποιούν ότι το να έχουν ένα παιδί πολιτισμένο και δημιουργικό είναι πολύ πιο σημαντικό από το να ξέρει 3 γλώσσες.

Για τις δυσκολίες…

Από την άλλη, υπάρχουν και σημαντικές ελλείψεις στο Εργαστήρι. Τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι ο κτιριακός χώρος και το οικονομικό. Κάποτε ο υπουργός Πολιτισμού κ. Μπένος έκανε μία γερή προσπάθεια και έφτιαξε ένα δίκτυο εικαστικών εργαστηρίων σε πολλές πόλεις της Ελλάδας. Είχε κανονίσει να συμβάλει ο κάθε δήμος με ένα κτίριο και 10 εκατομμύρια δραχμές και το Υπουργείο Πολιτισμού με άλλα 10 εκατομμύρια δραχμές. Η σύμβαση ήταν δεκάχρονη, τελείωσε, δεν ανανεώθηκε και είχε σαν αποτέλεσμα τα εργαστήρια να μείνουν χωρίς χρήματα και να κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Εδώ και 2 χρόνια δήμος και νομαρχία έχουν υποσχεθεί στο Εργαστήρι ότι θα αναλάβουν τα έξοδά του. Δυστυχώς όμως τα γρανάζια της γραφειοκρατίας είναι αδυσώπητα…

Για τους συνεργάτες της…

Βέβαια, δεν θα είχα καταφέρει τίποτα από όλα αυτά αν δεν είχε δημιουργηθεί Σύλλογος με στόχο να βοηθάει το Εργαστήρι και αν δεν υπήρχε κι ένα Συμβούλιο, στο οποίο είμαι πρόεδρος και κάθε 2 χρόνια με ψηφίζουν ή όχι. Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί τι βοήθεια προσφέρει αυτό το Συμβούλιο. Αγαπούν αυτό που κάνουν, προσπαθούν, με εμπιστεύονται και τους εμπιστεύομαι. Πιστεύω ότι είναι από τις λίγες περιπτώσεις συμβουλίου στην οποία κυριαρχεί τέτοια σύμπνοια και πόσο μάλλον όταν τα μέλη του είναι εθελοντές. Πρέπει να αναφερθώ στους δασκάλους, που τους διαλέγω, που είναι όλοι πολύ καλοί και έχουν δείξει μεγάλη κατανόηση και υπομονή. Ο Άκης Γκούμας, ο Γιάννης Ζιώγας, ο Γιώργος Ζαφειρίου, αλλά και όσοι διδάσκουν στα παιδιά, είναι όλοι τους ψυχούλες.

Τέλος, φέτος γιορτάζουμε τα 30 χρόνια του Εργαστηρίου μας και για τα δεδομένα της Ελλάδας δεν είναι λίγο. Ελπίζω να πάνε όλα καλά για το Εργαστήρι, όχι τόσο για εμάς αλλά για τη Χαλκίδα.

Μοιραστείτε:  

Tags: