Πρέπει να πρωτοδιάβασα για τους καλικάντζαρους σε κάποιο αναγνωστικό της δευτέρας δημοτικού, θαρρώ. Εκεί έλεγε γι’ αυτά τα μαυριδερά τερατάκια που ζούνε στο κέντρο της Γης, απασχολημένα να πριονίζουν το δέντρο που κρατάει το έδαφος στη θέση του. Κι εκεί που πλησιάζει η στιγμή να τα καταφέρουν, πέφτει το ένα και μοναδικό ρεπό που έχουν όλο το χρόνο, το Δωδεκαήμερο, στο οποίο επιτρέπεται να ανεβούν πάνω, εδώ, ανάμεσα μας, για να κάνουν τις ζημιές και τις σκανταλιές τους. 25 Δεκεμβρίου με 6 Ιανουαρίου να φυλάγεστε, λοιπόν, και όσοι έχετε γενέθλια αυτές τις μέρες, λέγεται ότι είναι γραφτό στη μοίρα σας να καταλήξετε καλικάντζαροι!
Σύμφωνα με αραχωβίτικη περιγραφή: «καθένας τους έχει κι απόνα κουσούρι, άλλοι στραβοί, άλλοι κουτσοί, άλλοι μονόματοι, μονοπόδαροι, στραβοπόδαροι, στραβόστομοι, στραβομούρηδες, στραβοχέρηδες, ξεπλατισμένοι και κοντολογίς όλα τα κουσούρια και τα σακατιλίκια του κόσμου, τα βρίσκεις πάνω τους». Συνήθως τους φανταζόμαστε ως νάνους, καμιά φορά και ψηλούς, σκουρόχρωμους, δασύτριχους, με μαλλιά ατημέλητα, μάτια κόκκινα, και δόντια σαν πιθήκου. Άλλοτε είναι γυμνοί και άλλοτε ρακένδυτοι, με σκούφο από γουρουνότριχες και με παπούτσια σιδερένια, ή τσαρούχια. Και τι βάσανα λέγεται ότι μας προξενούν; Πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια, κάνοντας μεγάλη φασαρία. Και αν βρουν απλωμένη μπουγάδα την ποδοπατούν. Σε κάθε ευκαιρία κατεβαίνουν από τις καμινάδες στα σπίτια και μαγαρίζουν τα πάντα, σκορπίζοντας το αλεύρι και την τέφρα από το τζάκι. Παίρνουν και τη μιλιά από όποιον μιλήσει όταν τους συναντήσει. Αρπάζουν όποιον βρουν τη νύχτα στο δρόμο και τον στροβιλίζουν στο χορό μέχρι να πέσει λιπόθυμος, ο γνωστός χορός των καλικαντζάρων.
Καλέ, σιγά καλέ! Τρομάξαμε! Εμένα μου ακούγονται σαν πολύ εντάξει παιδιά, σωστά party animal και του γούστου μας, μάλιστα! Μπροστά σε κάτι άλλους (καμιά τριακοσαριά είναι) καλικαντζαρέους, τι να μας κάνουν αυτά τα κακόμοιρα; Όσο είναι εδώ πάνω μαζί μας, τα συνήθη μέρη που κρύβονται κατά τη διάρκεια της ημέρας είναι οι μύλοι, τα γεφύρια, τα ποτάμια και τα τρίστρατα (χμμ, πόσο πρόσφατες είναι αυτές οι πληροφορίες; Η ημερομηνία στην περγαμηνή μου έχει σβήσει). Τέλος πάντων, μετά τον αγιασμό των υδάτων, επιστρέφουν κάτω στη γη για να βρουν το δένδρο που πριόνιζαν ακέραιο, και άντε πάλι ξεκινούν από την αρχή.
Δεν έχουμε όμως μόνο εμείς καλικαντζάρους. Η χάρη τους απλώνεται και στο εξωτερικό, goblin τους αποκαλούν και η εκεί μυθολογία τους πλάθει λίγο πιο τρομακτικούς. Ίσως να φταίει το φως του ήλιου που καίει χλωμότερο σε εκείνα τα μέρη, με τα δάση τους πιο πυκνά, πιο σκιερά, πιο σκοτεινά, γεμάτα μάγισσες που τρώνε παιδάκια, τρομερούς λυκανθρώπους και άπονους δράκους. Δεν αρέσει στα γκόμπλιν το φως της ημέρας, νιώθουν πιο άνετα στο μισοσκόταδο, ή το απόλυτο σκοτάδι. Τα δάση και οι βάλτοι είναι οι αγαπημένοι τόποι διαμονής τους, φτάνει να μην είναι πολύ μακριά από τους ανθρώπους. Εμείς είμαστε, βλέπετε, η κύρια πηγή της διασκέδασής τους. Οι ξένες δοξασίες λένε ότι τους αρέσει να πειράζουν ακόμα και τα άλλα ξωτικά του δάσους, και τους ανθρώπους φυσικά, να τρομάζουν τα παιδιά, ή να στοιχειώνουν τα σπίτια όσων αντιπαθούν. Τα γκόμπλιν είναι άπληστα, ευερέθιστα, τους αρέσει να ξεγελούν, αλλά μισούν να ξεγελιούνται και έχουν πολλά κοινά γνωρίσματα με τα τζίνι, αν και δε χαρακτηρίζονται ως «δαίμονες». Κάποια ίσως έχουν κάποιες μαγικές δυνάμεις, είναι ενοχλητικά, αντιπαθητικά, αλλά σπάνια επιδεικνύουν σατανική κακία. Δεν αποζητούν να σκοτώσουν το θύμα τους, αν και -λόγω της επιπολαιότητας τους- οτιδήποτε μπορεί να πάει στραβά.
Την τιμητική τους στα παραμύθια την είχαν εξασφαλισμένη από πάντα, από το μεγάλο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (The Goblin and the Huckster), έως τους σπουδαίους αδελφούς Γκριμ. Ο συγγραφέας Τζορτζ Μακντόναλντ, στο The Princess and the Goblin, παρουσιάζει τα γκόμπλιν ως κακούργα πλάσματα που ζουν σε υπόγεια σπήλαια. Αυτό λέγεται ότι ήταν το αγαπημένο παιδικό βιβλίο του Τόλκιν («Το Χόμπιτ», «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών»). Ο Τόλκιν αποκαλεί τα δικά του γκόμπλιν «ορκ», τα οποία εμφανίζονται σε διάφορα σχήματα και μεγέθη, είναι τρομακτικά, επικίνδυνα και θανατηφόρα. Κάπου αναφέρει ότι μια φορά κι έναν καιρό, τα ορκ ήταν κι αυτά όμορφα ξωτικά, μέχρι που βασανίστηκαν και μεταμορφώθηκαν σε αυτό που είναι σήμερα. Κι αν το καλοσκεφτούμε, παρατηρώντας εκείνα τα μικρά πράσινα ξωτικούλια που βοηθούν τον Άγιο Βασίλη στο εργαστήριο του στο Βόρειο Πόλο, σίγουρα δείχνουν σα μακρινά ξαδέλφια των γκόμπλιν. Ή τους καλούς πράσινους καλικαντζάρους, αν προτιμάτε. Η Τριλογία του Δαχτυλιδιού δεν είναι η μόνη ταινία στην οποία τα γκόμπλιν έκαναν δυνατή εμφάνιση. Είχαν το ρόλο τους και στη σειρά του «Χάρυ Πότερ» της Τζ.Κ. Ρόουλινγκ, ως φύλακες της μαγικής τράπεζας Γκρίνγκοτς. Εκεί εμφανίζονται ως έξυπνα, φαντασμένα, δύστροπα και άπληστα. Μνεία και στην ταινία «Λαβύρινθος» (1986) με γκόμπλιν πολλά, πολύχρωμα και πολύσχημα, και με βασιλιά τους, ε ποιον άλλον, τον Ντέιβιντ Μπόουι, βεβαίως. Η «Πλήρης Εγκυκλοπαίδεια Ξωτικών, Γκόμπλιν και Άλλων Μικρών Πλασμάτων» αναφέρει ως μέρος καταγωγής τους τα Βρετανικά Νησιά (Ναι! Αυτό το πιστεύουμε!), απ’ όπου διασκορπίστηκαν με πλοιάρια στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Τρομακτικά, ή όχι, τα αγαπάμε και τα θέλουμε τα καλικαντζαράκια, χωρίς αμφιβολία. Νοστιμίζουν τη ζωή μας ως μπαχαρικά, γιατί πόσο άτονη, άγευστη θα ήταν η ζωή μας στη μόνιμη γλύκα των άκακων ξωτικών που κοσμούν τις γιορτινές αυτές μέρες; Όπως είπε κάποιος σοφός, «τα ξωτικά ψέλνουν τα κάλαντα, οι καλικάντζαροι ροκάρουν!» Ε, χμ, κάποιος πρέπει να το είπε. Καλές Γιορτές!