Χθες, σήμερα, αύριο

«Κάθε φορά που οδηγούμαι στη διαδικασία να ταξιθετήσω το χθες για να διασχίσω το αύριο, επανέρχεται το ίδιο όνειρο. Η εναλλαγή των συναισθημάτων φαντάζει βίαιη, αλλά η σταδιακή τους μετάλλαξη μόνο γαλήνη μου προσφέρει. Έτσι, ο αρχικός κάματος μετατρέπεται σε ψυχολογική άπνοια και αυτή με τη σειρά της σε μια αίσθηση άφατης χαράς».

χθες-σημερα-αυριοΜε ενδιέφερε να μάθω περισσότερα για αυτό το όνειρο. Να μου εξηγήσει με τη γλωσσική σαφήνεια που τον διακρίνει πως ακριβώς το βιώνει. Μα το σημαντικότερο, να μάθω αν είχε ανακαλύψει τους λόγους της επαναφοράς αυτού του σχήματος. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι στην ανατολική πλευρά του πάρκου δίπλα από μια αμυγδαλιά που μόλις είχαν αρχίσει να ξεμυτίζουν τα άνθη της. Σίγουρα η άνοιξη δεν θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερο συμβολισμό. Αφού ανταλλάξαμε τις απαραίτητες φιλοφρονήσεις, ακούμπησε την πλάτη του απαλά στην ξύλινη τάβλα και άρχισε να εξιστορεί. Άλλωστε, αυτός ήταν και ο μοναδικός λόγος που είχε πάρει την απόφαση να με συναντήσει.

«Ανοίγω την πόρτα ενός παλιού σπιτιού με ένα κλειδί που έχω φυλαγμένο στην τσέπη μου και διασχίζω έναν μεγάλο διάδρομο. Δεξιά και αριστερά βρίσκονται δύο μεγάλα δωμάτια για τα οποία έχω την βεβαιότητα πως είναι άδεια. Δεν κάνω τον κόπο να μπω μέσα. Ίσως από φόβο. Στο βάθος του διαδρόμου στέκεται μια παλιά πολυθρόνα, που εκείνη τη στιγμή μου δίνει την αίσθηση μιας αιώνιας παρουσίας. Διακρίνω σε ένα μικρό κομοδίνο στα αριστερά ένα βιβλίο που ακόμη και σήμερα δεν έχω καταφέρει να το αγγίξω, καθώς όσο το πλησιάζω, τόσο αυτό απομακρύνεται. Προχωρώντας στο όνειρο, αλλά και στο χώρο, βαδίζω προς ένα άλλο μικρό δωμάτιο που μου θυμίζει αυτό των παιδικών μου χρόνων. Σπρώχνοντας μια δίφυλλη πόρτα με ένα χρυσό χερούλι, διακρίνω ένα περιβάλλον άστατο. Διάσπαρτα ρούχα από την βρεφική μου ηλικία, έως σήμερα. Αυτά της βάπτισης, το αμπέχονο του στρατού καρφωμένο πάνω στον τοίχο, μια φόρμα σκισμένη στα γόνατα. Ανάμεσα τους διάφορα βιβλία. Συγγράμματα και σκονισμένες σημειώσεις από το Πανεπιστήμιο, τόμοι αναφερόμενοι σε θρησκείες, τα άπαντα του Μπόρχες, ένα βιβλίο για τη ζωή του Αλτουσέρ. Στη γωνία, ένα κρεβάτι με στρωσίδια χιλιάδων ετών. Στέκομαι για λίγο στο κέντρο του δωματίου με ένα άγχος που δεν κατανοώ αν προέρχεται από την επίγνωση της μοναξιάς μου ή την ανάγκη να τακτοποιήσω το μέρος. Στο νου μου εκείνη τη στιγμή έρχονται οι πρώτες ονειρώξεις και απόπειρες, οι λυγμοί με σφηνωμένο το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι, οι λευκές νύχτες με τεντωμένα τα βλέφαρα. Από ένα παράθυρο στο βάθος του δωματίου διαχέεται μια δέσμη φωτός που με χτυπάει στο πρόσωπο. Ανοίγοντάς το, ο χώρος λούζεται με την ενέργεια του ήλιου και μια συμπαντική τάξη επιβάλλεται. Ξαφνικά όλα τα πράγματα και όλες οι καταστάσεις αποκτούν ένα άλλο νόημα. Η θλίψη μεταβάλλεται σε χαρά. Η σωματική ακαμψία σε ευεξία. Ξαπλώνω στο κρεβάτι και με παίρνει βαθιά ο ύπνος».

Μοιραστείτε:  

Γεννήθηκε στη Χαλκίδα. Υπάρχουν στιγμές που γράφει και άλλες που φωτογραφίζει. Δυστυχώς, δεν ζωγραφίζει. Επίσης, φτιάχνει και σερβίρει καφέδες, κλείνει ισολογισμούς. Δούλεψε από εδώ, δούλεψε από εκεί μα προκοπή δεν είδε. Στα δεκαέξι του μια χειρομάντης στη Σερβία του είπε ότι θα κάνει πολλά λεφτά, δύο παιδιά και θα γυρίσει τον κόσμο. Από τότε, περιμένει!