Φεύγω

Φεύγω, φωτογραφία του Θοδωρή ΝικολάουΕίχε να πλησιάσει σε πόλη τουλάχιστον δύο χρόνια. Όχι μόνο στη γενέτειρά του, σε οποιαδήποτε πόλη. Σε οτιδήποτε τεχνητό του στερούσε την περιπλάνηση στο βλέμμα, του έθετε φραγμό στην ανάσα και τον απέτρεπε να αφουγκραστεί παρθένους ήχους. Πριν τον συναντήσω, είχα ακούσει διάφορα, με τα περισσότερα να ακουμπούν τη σφαίρα του μύθου. Αρκετοί φίλοι πριν από εμένα είχαν προσπαθήσει να τον προσεγγίσουν. Κανένας όμως δεν είχε καταφέρει να τον συναντήσει. Μοναχά κάνα δυο τηλεφωνήματα είχε κάνει. Και αυτά για να κλείσει κάποιες εκκρεμότητες που είχαν μείνει να του θυμίζουν το –ομολογουμένως- όχι και τόσο άτεγκτο παρελθόν του.
Τελευταία φορά που τον είδα, πριν αποχωρήσει, ήταν ευδιάθετος. Προσπαθώντας να διεισδύσω πέρα από το προφανές και έχοντας υπόψη –στο βαθμό πάντα που νόμιζα– τον τρόπο που ταξινομούσε τις επιθυμίες του, διέκρινα μια ψυχική στάση, μέσω της οποίας πάσχιζε μανιωδώς να παίξει με τα σημεία στίξης. Συγκεκριμένα, να μεταμορφώσει το ερωτηματικό σε θαυμαστικό. Η οικειότητα που μας δάνειζαν τα χρόνια, ήταν αυτή που συνήθως μας οδηγούσε σε διαλόγους μέσα από τους οποίους εκφραζόταν η βαθύτερη βούλησή μας. Μια μέρα σαν αυτή, με τα σύννεφα να παίζουν κρυφτό με τον ήλιο εναλλάσσοντας το φως με τη σκιά, μου εξομολογήθηκε.
«Φεύγω», μου ψιθύρισε και ακολούθησε εκείνο το είδος σιωπής που εγκλωβίζει τα συναισθήματα. Την έκπληξη, την αγωνία, αλλά και το θυμό. Όλα όσα έπρεπε να μπουν σε μια σειρά και να εκφραστούν το καθένα στο χρόνο του και με την ποιότητά του. Με θυμάμαι να προσπαθώ να συγκρατήσω το θυμικό μου, να μην το αφήσω να δημιουργήσει την αλληλουχία εκείνη των σκέψεων που δε θα μου επέτρεπε να έχω μια ειλικρινή στάση απέναντί του. Δε χρειαζόταν να τον νουθετήσω, πολύ περισσότερο να τον αποτρέψω. Εδώ και αρκετό καιρό, όπως μου είπε, είχε πάρει την απόφαση να εγκαταλείψει την πόλη και να εγκατασταθεί στο χωριό της μητέρας του. Σε μια μικρή λιθόκτιστη μονοκατοικία που βρισκόταν σφηνωμένη σε μια πλαγιά, κάπου στα κεντρικά της Πίνδου. Κάθε τόσο το ανέφερε αυτό το σπίτι. Ποτέ όμως δεν είχε φανερώσει, ή δεν είχαμε καταλάβει, τις προθέσεις του.
Με ένα γερό κομπόδεμα που του εξασφάλισε η αυτάρκεια της φύσης του και μια σφυρηλατημένη μοναχικότητα, δύο χρόνια τώρα είχε αφανίσει τα ίχνη του από το άστυ και τα φανέρωνε στη φύση.
Εκεί τον βρήκα πριν από λίγες ημέρες. Σε μια απόσταση λίγων χιλιομέτρων από το σπίτι, το οποίο είχε βαφτιστεί ξανά με το ενδιαφέρον εκείνο που του προσδίδουν οι άνθρωποι, οι οποίοι νιώθουν κομμάτι από τα θεμέλιά του. Καθώς τον πλησίαζα, δεν ξέρω γιατί, ένιωθα σα να παραβίαζα την ιερότητα που είχε καταφέρει να δημιουργήσει αυτό το διάστημα. Η ανασφάλεια, αλλά και η αίσθηση της εισβολής εκείνη τη στιγμή είχαν καταφέρει να υπερκεράσουν όλες τις άλλες ευγενείς μου σκέψεις.
Προχώρησα τον παλιό επαρχιακό δρόμο, όπως είχαμε συνεννοηθεί, βρήκα την πηγή – αφιέρωμα στο διαβάτη και τον περίμενα. Γεμίζοντας τις χούφτες μου με παγωμένο νερό και βρέχοντας το πρόσωπο μου, αναβίωσα ίσως αυτό το κενό που σου επιτρέπει να προχωρήσεις ένα βήμα πιο πέρα, ή και πιο μέσα.
Τον είδα να έρχεται από το βάθος με αργό βήμα. Πλησιάζοντας, κατάφερα να διακρίνω ανάμεσα στα μουστάκια του ένα χαμόγελο. Ένα γήινο χαμόγελο που πάνω του ζωγραφιζόταν η μεστότητα. Αυτό για το οποίο πιθανότατα βρισκόταν εδώ. Σχεδόν ρακένδυτος, με ένα πανωφόρι ριγμένο στους ώμους, φάνταζε πιο ανθρώπινος από ποτέ.
Προχωρήσαμε στο δάσος με τα φύλλα από τις καστανιές να στήνουν παράξενους χορούς. Το κελάδημα των πουλιών και τους ήχους από τα ποτάμια. Την περισσότερη ώρα δεν μιλούσαμε. Απλώς, με τα βλέμματα κολλημένα μπροστά βαδίζαμε, ενώ εγώ προσπαθούσα να καταλάβω πως γίνεται έτσι απλά και μαγικά η αναπλήρωση μέσα μας. Έτσι απλά και μαγικά!

Μοιραστείτε:  

Γεννήθηκε στη Χαλκίδα. Υπάρχουν στιγμές που γράφει και άλλες που φωτογραφίζει. Δυστυχώς, δεν ζωγραφίζει. Επίσης, φτιάχνει και σερβίρει καφέδες, κλείνει ισολογισμούς. Δούλεψε από εδώ, δούλεψε από εκεί μα προκοπή δεν είδε. Στα δεκαέξι του μια χειρομάντης στη Σερβία του είπε ότι θα κάνει πολλά λεφτά, δύο παιδιά και θα γυρίσει τον κόσμο. Από τότε, περιμένει!