Πέμπτη πρωί

6

Υπάρχουν εκείνα τα πρωινά στη ζωή μας, που για έναν ανεξήγητο λόγο λαμβάνονται οι σημαντικότερες αποφάσεις. Θαρρείς πως μέσα σε αυτό το εξαιρετικά μικρό διάστημα διαχωρίζονται και κατηγοριοποιούνται με σαφήνεια οι φόβοι, η αμφιθυμία, το άγχος και η αναβλητικότητα. Εκεί, το πιθανότερο είναι να βρίσκεται ο κοινός τόπος ανάμεσα στην αισιοδοξία και την απαισιοδοξία. Ίσως τότε να έρχεται η τόσο επιθυμητή στιγμή της εκεχειρίας που μήνες και χρόνια μνημονεύεται επίμονα και επίπονα μέσα μας. Γιατί όμως τα  πρωινά; Πιθανόν, γιατί στην εναλλαγή της νύχτας με τη μέρα και την επικράτηση του φωτός έναντι της σκιάς, να εμπεριέχεται η απαιτούμενη ποιητικότητα και ο  βαθύτερος συμβολισμός.

Πρέπει, αν θυμάμαι καλά, να ήταν μία Πέμπτη, όταν όπως μου είπε διέσχισε τον κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας και στάθηκε για τελευταία φορά κάτω από το κτήριο που στεγαζόταν το γραφείο του. Δεν έκανε καν τον κόπο να σηκώσει τα μάτια για να εστιάσει στο σκονισμένο τζάμι, πίσω από το οποίο αχνοφαινόταν ο χώρος των συσκέψεων, όπου κάθε πρωί έστυβε το μυαλό του. Μια διαδικασία που εύκολα απέκτησε ψυχαναγκαστική διάσταση και – ευτυχώς – ο ίδιος συνειδητοποίησε πως το μόνο που έχει να του προσφέρει, είναι να του αφαιρεί την ποσότητα αυτή του ψυχικού σθένους που προόριζε για κάτι «άλλο». Το οποίο, όμως, δεν είχε ακόμη καταφέρει να προσδιορίσει. Με το άγχος της αμφιταλάντευσης και το χάος της αβεβαιότητας, σε λίγες ημέρες ολοκληρώνει τον κύκλο των ενεργειών που θα του επέτρεπαν να ανακαλύψει αυτό το «άλλο». Τακτοποιεί τους τελευταίους λογαριασμούς, στοιβάζει τα υπάρχοντά του σε χαρτόκουτα και τα στέλνει στο πατρικό του. Ανακοινώνει στη δουλειά και στον περίγυρό του την απόφασή του. Στις πρώτες αντιδράσεις, προσπαθεί να αναλογιστεί τα αποτελέσματα των ενεργειών του. Φαινόταν όμως τόσο σίγουρος, που αν τον έβλεπε κάποιος εκείνη την ώρα, θα φανταζόταν πως αυτός ο άνθρωπος κινείται πάνω στην ευθεία γραμμή της ορθότητας. Είχε να ταξιδέψει χρόνια, και είχε ξεχάσει πως είναι να τακτοποιείς βαλίτσες και να διαχωρίζεις τα απαραίτητα από τα περιττά. Μέσα στην επόμενη εβδομάδα ανανεώνει το διαβατήριό του, και σε ένα χάρτη, που έχει ανοίξει στο τραπέζι της κουζίνας, – στο άδειο πλέον δωμάτιο – τοποθετεί κουκίδες. Δεκάδες κουκίδες και ευθείες γραμμές που τις ενώνουν. Κάθε βράδυ, ονειρευόταν να αιωρείται και να βουτάει με ορμή σε κάθε γωνιά της γης. Με αυτό τον τρόπο περπάτησε το Σινικό Τείχος, βούτηξε στον Γάγγη, επισκέφτηκε την Τεχεράνη, τη Μιανμάρ, τις Άνδεις. Παρακολούθησε το τελετουργικό των Βουδιστών μοναχών σε ένα μοναστήρι λίγο έξω από τη Λάσα του Θιβέτ, διέσχισε την Ασία με τον Υπερσιβηρικό, σκαρφάλωσε στην πιο απόκρημνη κορυφή των Ιμαλαίων. Παρότι δεν ήταν πιστός έκλαψε μπροστά από το Τείχος των Δακρύων. Μπορούσε ακόμη και να γυρίσει τον χρόνο πίσω. Στο Παρίσι μεταφέρθηκε στον Μάη του 68 σε ένα αμφιθέατρο στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ, ταξίδεψε με τον Κέρουακ από τη Νέα Αγγλία στο Σαν Φρανσίσκο. Έζησε ακόμη και το απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, πολέμησε στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα στην Κούβα. Κανείς δεν ξέρει που ακριβώς βρίσκεται σήμερα, τόσα χρόνια μετά από την απόφασή του να περιπλανηθεί στον κόσμο. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως έκανε βίωμα μια φράση του Καμύ που επαναλάμβανε συχνά: «Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο».

Μοιραστείτε:  

Tags:

Γεννήθηκε στη Χαλκίδα. Υπάρχουν στιγμές που γράφει και άλλες που φωτογραφίζει. Δυστυχώς, δεν ζωγραφίζει. Επίσης, φτιάχνει και σερβίρει καφέδες, κλείνει ισολογισμούς. Δούλεψε από εδώ, δούλεψε από εκεί μα προκοπή δεν είδε. Στα δεκαέξι του μια χειρομάντης στη Σερβία του είπε ότι θα κάνει πολλά λεφτά, δύο παιδιά και θα γυρίσει τον κόσμο. Από τότε, περιμένει!