Ικέτης

Ικέτης, του Θοδωρή ΝικολάουΑπό παιδί το είχε αυτό το χούι. Υπάρχουν βράδια που τον επαναφέρω στη θύμησή μου. Δεν ξέρω γιατί τα βράδια. Τον θυμάμαι σωστό δερβισάκι με τα χέρια ανοικτά να «ικετεύει» τον ουρανό. Να ταξινομεί τα σύννεφα, να φτιάχνει σχήματα, μορφές. Να προσπαθεί να τα ζευγαρώσει, να συμπληρώσει ένα πάζλ γνωρίζοντας το Σισύφειο, πως το επόμενο λεπτό θα σκορπίσει. Έτσι τον θυμάμαι. Με τα χέρια ανοικτά. Ικέτη. Που μόλις πετύχαινε την πολυπόθητη συνθήκη, την πρώτη αστραπή, μας περιφρονούσε όλους. Με τα γόνατα γεμάτα πληγές από το ποδόσφαιρο, τη βροχή να κυλάει από την άκρη της χωρίστρας – κάθε πρωί την επιμελούταν με σεβασμό η μητέρα του με μια τζούρα κολώνια Μυρτώ- να στέκεται αποσβολωμένος στο κέντρο της μικρής μας πλατείας. Τότε δεν είχα αποκωδικοποιήσει τον εσωτερικό αυτό μηχανισμό, ώστε να μπορώ να κατανοήσω την έφεσή του σε αυτή τη χαρά.

Στο σχολείο, κουβαλούσε πάντα μαζί το αδιάβροχό του. Ένα μακρύ, χακί αδιάβροχο που του είχε φέρει ο πατέρας του από το εργοστάσιο, δίπλωνε σε οκτώ κομμάτια και χωρούσε στην μπροστινή τσέπη της σάκας του. Τα φθινόπωρα και ενώ όλα τα παιδιά περιμέναμε να κοπάσει η βροχή για να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής, ή στριμωχνόμασταν κάτω από τις πολύχρωμες ομπρέλες μας, αυτός ξεδίπλωνε το αδιάβροχό του και «σάλπαρε» για το γυρισμό, πάντα με τα σύννεφα για συνοδεία. Δε θα τον έλεγες απόμακρο. Απλώς κρατούσε καλά κρυμμένο το μυστικό του. Πόσο θα επιθυμούσα να διατηρούσε ένα ημερολόγιο με τις προσωπικές του ερμηνείες. Τη ματιά του πάνω στον κόσμο. Τη ματιά του στο μέσα του κόσμο.

Ο χειμώνας του 2000 τον βρήκε στη Σκωτία να σπουδάζει Κοινωνιολογία. Κάποια χρόνια νωρίτερα, αυτά των ονειρώξεων, και ενώ όλοι μας είχαμε ως πρότυπα αθλητές, τραγουδιστές και κάθε λογής δημόσια πρόσωπα -υποσυνείδητα προβάλλοντας τις υπερφυσικές δυνάμεις των μπαμπάδων και των μαμάδων μας- αυτός μας αράδιαζε κάτι θεωρίες ακαταλαβίστικες. Άλλοτε, για την ανάλυση της ιστορίας μέσω της ταξικής πάλης και άλλοτε «διάφορες αναθεωρητικές προσεγγίσεις που κάνουν αναφορά στον ανθρώπινο παράγοντα της βούλησης και της επιλογής».

«Περίεργες σκέψεις», αναλογιζόμουν τότε «για ένα παιδί».

Πέρασαν σχεδόν δώδεκα χρόνια μέχρι να τον συναντήσω ξανά. Το ψιλόλιγνο παιδί είχε γίνει άντρας. Με φαρδείς ώμους, περίπου 1,90 ύψος. Η δεξιόστροφη χωρίστρα είχε αντικατασταθεί με μια κοτσίδα που σε μήκος έφτανε τη μέση της πλάτης του. Αρχές Σεπτέμβρη. Καθηγητής Πανεπιστημίου πλέον, με διδακτορικό στην κοινωνιολογία και την ανθρωπολογία της ανάπτυξης, πολλά υποσχόμενος. Επέστρεψε για να κλείσει και την τελευταία εκκρεμότητα, το Στρατό.

Περάσαμε μαζί δέκα ολόκληρες ημέρες σε μια έρημη παραλία της Σκύρου, μέχρι να επιστρέψει/ γυρίσει πίσω. Μιλούσαμε ακατάπαυστα. Θαρρείς και το ημερολόγιο κατέγραφε αιώνες: Για έρωτες, θανάτους, απογοητεύσεις, αποπροσωποποιήσεις, αποπραγμοποιήσεις. Για αισθήματα, αισθήσεις, εθισμούς και παρορμήσεις. Για εκείνα τα βράδια στα επείγοντα του «τρελάδικου» -έτσι χαρακτήριζε αρχικά τις ψυχιατρικές κλινικές μέχρι να τις απομυθοποιήσει. Για τις απόπειρες αυτοκτονίας, τους αυτοτραυματισμούς, το φόβο της ψύχωσης.

Ένα πρωί έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτί από την ψυχιατρική του Αιγινήτειου. Το ξεδίπλωσε, όπως συνήθιζε να κάνει και με το αδιάβροχό του. «Μείζονα κατάθλιψη, διαταραχή πανικού με αγοραφοβία, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή», έγραφε. «Cipralex, Remeron, Xanax, Ζoloft, Seroxat. Και άλλα τόσα που δεν θυμάμαι. Διδακτορικό στη φαρμακολογία έκανα, όχι στην Κοινωνιολογία…», έλεγε με μια δόση αυτοσαρκασμού. Όχι, δε φαινόταν ταραγμένος. Αντιθέτως. «Με τον καιρό, το συνηθίζεις. Ο πρώτος γιατρός που επισκέφτηκα μου είπε -για να με χαλαρώσει- πως οι νευρώσεις είναι το ‘αλατοπίπερο’ της ζωής. Από τότε, δε φοβάμαι ότι θα πεθάνω από την κατάθλιψη, αλλά από αρτηριακή πίεση…,». Εύκολα πήρε απαλλαγή. Δε χρειάστηκε να το παίξει τρελός. Όπως μου αποκάλυψε, «η επιτροπή φοβήθηκε». Εγώ πάντως όχι.

Μου υποσχέθηκε πως θα επιστρέψει σύντομα. Τον άφησα με τις βαλίτσες στο κέντρο της πλατείας να περιμένει το ταξί. Ο ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει. Άνοιξε το καφέ δερμάτινο σακίδιό του και ξεδίπλωσε το παλιό εκείνο αδιάβροχο. Το φόρεσε. Του ήταν πάνω από τα γόνατα και δεν κούμπωνε. Οι ώμοι του είχαν ανοίξει πολύ. Μου χαμογέλασε. Έβαλε την κουκούλα του και περίμενε υπομονετικά. Πλέον, νομίζω πως ξέρω.

Μοιραστείτε:  

Γεννήθηκε στη Χαλκίδα. Υπάρχουν στιγμές που γράφει και άλλες που φωτογραφίζει. Δυστυχώς, δεν ζωγραφίζει. Επίσης, φτιάχνει και σερβίρει καφέδες, κλείνει ισολογισμούς. Δούλεψε από εδώ, δούλεψε από εκεί μα προκοπή δεν είδε. Στα δεκαέξι του μια χειρομάντης στη Σερβία του είπε ότι θα κάνει πολλά λεφτά, δύο παιδιά και θα γυρίσει τον κόσμο. Από τότε, περιμένει!