Εμπροσθοφύλακες

Εμπροσθοφύλακες, φωτογραφία: Θοδωρής ΝικολάουΗ ενθύμησή τους επανέρχεται για να με απαλύνει και να με διδάξει. Τις τελευταίες ημέρες συλλάμβανα τον εαυτό μου να αναρωτιέται συχνά: «Δίχως να αγγίζονται, να επικοινωνούν τα βλέμματα;»

Ο τρόπος που αντιλαμβάνονταν τη σχέση τους ερχόταν να εξανεμίσει όλα όσα μέχρι σήμερα είχα καταφέρει να ενώσω, πολλές φορές κοπιαστικά. Ίσως πάλι να αποδομούνταν αυτά τα συναισθηματικά και λογικά σχήματα που με είχαν κάνει να αποκτήσω μια κωδικοποιημένη σχέση με τις καταστάσεις. Παρατηρώντας τους για ώρες, αμίλητος, τους ένιωθα σα δύο μοναχικούς ακροβάτες που μοιράζονταν το ίδιο σχοινί, την ίδια ευθραυστότητα. Σε δύο αντίθετες πορείες που στο πέρας τους τέμνονταν σε ένα κοινό σημείο. Ένα σημείο που έδραζε περισσότερο στην καρδιά και λιγότερο στο χώρο και το χρόνο.

Αυτός ήταν άνθρωπος τραχύς. Με «βεβαρημένο» συναισθηματικό παρελθόν, αναζητούσε πλέον τη θαλπωρή αυτή που θα ήταν ικανή να του εξευμενίσει το ίζημα της σκέψης -που μακροχρόνια μετατρέπεται σε σκοτεινό σημείο. Αυτή πάλι, φύση λιτή. Είχε μάθει να πορεύεται σχεδόν μόνη, μετατρέποντας το χαμόγελο στο μοχλό εκείνο που σταματάει την κίνηση σε ό, τι επιφορτίζει αρνητικά το νου. Βρέθηκαν τυχαία και πάνω στο γεγονός αυτό είχαν αποφασίσει να οικοδομήσουν από κοινού μια σχέση διαφορετική από τις άλλες. Που τα όρια της και η «αναπηρία» της όχι μόνο δεν ορθώνονταν σαν εμπόδια, αλλά ήταν το πρωτόλειο και αναγκαίο υλικό για να διεισδύσει πέρα από την επιφάνεια ο ένας μέσα στον άλλον. Μπορεί η ένωση αυτή να φάνταζε ανεξήγητη, αλλά όπως διαισθάνομαι, η φρενήρης αυτή ταύτιση ήταν αποτέλεσμα όχι τόσο του πόθου που αντανακλούσε μέσα στο άλλο υποκείμενο, αλλά του ίδιου τους του πόθου που είχε ριζώσει μέσα τους όλα τα χρόνια. Είχαν καταφέρει να ενώσουν την ατομικότητα τους και να δημιουργήσουν ένα συμπαγές κράμα από συναισθήματα και σκέψεις , τα οποία επικοινωνούσαν με έναν τρόπο αλλόκοτο. Το κάθε ένα από αυτά κούμπωνε μέσα στην ψυχή του άλλου προσκολλώντας στο αντίστοιχο κομμάτι. Ο τέλειος αντικατοπτρισμός.

Επικοινωνούσαν μόνο με στίχους από ποιήματα. Ακολουθούσαν μακρές περίοδοι σιωπής έτσι ώστε να ζυγιστεί το περιεχόμενο του λόγου, να αποκωδικοποιηθεί το συναίσθημα και αυτό με τη σειρά του να γίνει πάλι λόγος και συναίσθημα. Αυτή η αλλόκοτη διαδικασία που φαντάζει παιχνίδι ήταν αρκετή για να τους κάνει να αγαπήσουν ο ένας τον άλλο. Η φαντασία ήταν η αστείρευτη πηγή που τους κρατούσε σε μια διαρκή εγρήγορση. Αυτός αγαπούσε τους γάλλους «Καταραμένους». Προφανώς ένιωθε μέρος της βιογραφίας τους. Τρέλα, έγκλημα, πάθος, έρωτας, κατάχρηση. Λωτρεαμόν, Βιγιόν, Βερλέν, Ρεμπώ. Κάθε τόσο έκλεινε τα μάτια που πλανεύονταν στο κενό και έφερνε στο νου του στίχους. Τον άκουσα να απαγγέλει με την βραχνή φωνή ένα μέρος από τον «θάνατο των εραστών» του Μπωντλαίρ.
«Και ποια την άλλη να υπερβεί στην ύστατη φωτιά τους,
Οι δύο καρδιές μας -σαν τρανές λαμπάδες δύο- μαζί
Θα διπλοκαθρεφτίζουνε το διπλοφώτισμά τους
Στα πνεύματά μας που΄ναι δύο καθρέπτες αδερφοί»

Του απαντούσε συνήθως με ποιήματα του Ελύτη. Αγαπούσε, όχι τόσο το λυρισμό και την αρτιότητα, όσο το όραμά και την ευαισθησία. Σε κάθε του μελαγχολία, σε κάθε του ροπή προς το χάος, προσπαθούσε να τον επαναφέρει. Και τα κατάφερνε. Αγαπούσε τη «Μαρία Νεφέλη». Την ακαταστασία και την εξέγερση που της έλειπε.
«Τουλάχιστον αν ζούσαμε από την ανάποδη
να τα βλέπαμε όλα ίσια: Μπα. Η αναποδιά
έχει μια μονιμότητα πεισματική·
αποτελεί όπως λέμε τον κανόνα.
Όπου σημαίνει ότι αν καταφέρνουμε να ζούμε
βέβαια ζούμε από τις εξαιρέσεις.
Προσποιούμαστε ότι δε συμβαίνει τίποτε
ακριβώς για να συμβεί επιτέλους κάτι
έξω και πάνω από τη χλεύη.»

Πριν λίγα βράδια ξεφύλλιζα το «Ημερολογίο ενός Αθέατου Απριλίου». Σε αυτούς τους τέσσερις στίχους του Ελύτη, όσο απλοικό και αν φαίνεται, τους βρήκα μέσα.
«Δυστυχείς εμπροσθοφύλακες και ανάστροφοι
οδηγοί των βαρέων αρμάτων τ΄ουρανού
ως και τα σύννεφα είναι ναρκοθετημένα
το νου σας: από μας η άνοιξη εξαρτάται.»

Μοιραστείτε:  

Γεννήθηκε στη Χαλκίδα. Υπάρχουν στιγμές που γράφει και άλλες που φωτογραφίζει. Δυστυχώς, δεν ζωγραφίζει. Επίσης, φτιάχνει και σερβίρει καφέδες, κλείνει ισολογισμούς. Δούλεψε από εδώ, δούλεψε από εκεί μα προκοπή δεν είδε. Στα δεκαέξι του μια χειρομάντης στη Σερβία του είπε ότι θα κάνει πολλά λεφτά, δύο παιδιά και θα γυρίσει τον κόσμο. Από τότε, περιμένει!