Βιογράφος απλών ανθρώπων

Σηκώθηκε αργά από  το κρεβάτι και πατώντας αθόρυβα στις άκρες των ποδιών της κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Μέχρι να διασχίσει το δωμάτιο, έκανε να γυρίσει το κεφάλι  τρεις φορές.  «Ποτέ πια» σκέφτηκε.  Ξεκρέμασε και φόρεσε το σκούρο κυπαρισσί παλτό, δένοντας  σφιχτά τη ζώνη στη μέση της.  Γύρισε το κλειδί της πόρτας και έτρεξε ταχύτατα την κυκλική σκάλα. Ίσως να ήταν έξι ή επτά το πρωί.  Δευτέρα, Τετάρτη, ή Σάββατο.  «Άλλη μια φορά φυγάς», θα μπορούσε να είναι η κατηγορία.

copyright Thodoris Nikolaou

copyright Thodoris Nikolaou

Όσο περνούσε ο καιρός, υιοθετούσε την άποψη  πως ο τρόπος με το οποίο ζούσε τους τελευταίους μήνες,  δρούσε λυτρωτικά σε σχέση με τον πρότερο βίο της.  Είχε πλέον την βεβαιότητα,  πως με αυτή τη στάση θα κατάφερνε να επανεκκινήσει  τη ζωή της,  κάνοντας ακριβώς το αντίθετο από αυτό που της είχε οριστεί να πράττει.  Η καταστρατήγηση των ηθικών νόμων και η υπερκέραση των φραγμών, από εδώ και στο εξής,  δεν θα είναι μια πηγή που αναδύει δεινά, αλλά θα αποτελεί το νέκταρ μιας νιότης που άργησε να΄ρθεί.  Η πίστη πως τα δωμάτια, οι σταθμοί,  οι δρόμοι και τα σώματα  που αφήνει κάθε τόσο πίσω,  οδηγούν στην αίσθηση  του αυτοπροσδιορισμού και της απουσίας σύμβασης είναι αρκετή, πλέον,  για να γεμίσει και όχι να γκρεμίσει την ψυχή της.

Αν υπήρχε τουλάχιστον ένας βιογράφος για τις ζωές των απλών ανθρώπων; Στα χειρόγραφά  που διατηρούσε με φροντίδα μέσα στην τσάντα της, μνημονευόταν όλο της  το παρελθόν.  Αναλυμένο βήμα –  βήμα, από την πιο εύθραυστη ηλικία, όταν ο  «εκπολιτισμός» του παιδιού αποτελεί το κράμα των επιδιώξεων, των φόβων και των φιλοδοξιών των γονιών του.  «Πάντα φοβόμουν πως μέσα από τα μάτια μου έβλεπαν εκείνοι. Αλήθεια,  πως  από θεατής γίνεσαι ο δημιουργός του ίδιου σου του κόσμου;», γράφει  με παιδική σχεδόν αθωότητα στην πρώτη σελίδα, με  γραμματοσειρά που υποδηλώνει καθεστώς ψυχικής φόρτισης.
Γεννήθηκε σε ένα περιβάλλον αποστεωμένο από ζωντάνια και έμπνευση γιατί « ίσως τα άγχη  της οικογένειάς μας να περατώνονταν στα αβαθή».  Προικισμένη με το αίσθημα της δικαιοσύνης από την πλευρά της  μητέρας, είχε  την ατυχία να την κρίνει με στόμφο  δικαστή ο πατέρας. Για κάθε άγγιγμα που εισέπραττε, της δημιουργείτο η εντύπωση πως κατά ένα περίεργο τρόπο έπρεπε μελλοντικά να πληρώσει ένα ανάλογο αντίτιμο. Και αυτό δεν ήταν  άλλο πέρα από τη στέρηση.  Το φαινόμενο της  εμμονικής παλινδρόμησης που παρατηρούσε  στο σπίτι της , αποτελούσε όλο και μεγαλύτερο τροχοπέδη για την ίδια.

Αυτές τις  αντιφάσεις προσπαθούσε να ομογενοποιήσει μέσα της  έχοντας πάντα  στο νου,  πως σε αυτές τις περιπτώσεις ο πιο εύκολος δρόμος είναι αυτός της καταγγελίας. Η ίδια όμως επέλεξε αυτόν της ερμηνείας,  με ένα τρόπο διαλεκτικό και καθαρά πρακτικό, αποφεύγοντας τις εσωτερικές συγκρούσεις. Σε αυτό το δρόμο πλέον προχωρούσε.  Σε μια ατελείωτη ευθεία γραμμή,  χωρίς διακυμάνσεις.   Με τρία σημεία στίξης στο μυαλό της. ¨Ένα βαθύ ερωτηματικό, ένα μεγάλο θαυμαστικό και μια τελεία που η ίδια θα όριζε πως θα΄ρθει.

Σε ένα από τα τελευταία χειρόγραφά της με κόκκινο στυλό είχε γραμμένη αυτή τη φράση:

«Κοιτάζω από το παράθυρό μου και βλέπω μια επαρχιακή πλατεία, τοίχους σκεπασμένους από κισσούς ή από παρτέρια ή ένα ποτάμι. Τίποτα απ’ αυτά δεν είναι κομμάτι της ζωής μου. Το πρωί ξυπνάω και βρίσκομαι σ’ ένα μέρος που μου έχει γίνει ήδη γνώριμο, αλλά που σε λίγο θα εγκαταλείψω. Η αναχώρηση αποτελεί το ξεκίνημα μιας μέρας που θα κλείσει με μια άλλη άφιξη: έχω την εντύπωση ότι είμαι εγώ αυτή που κυλάει την τροχιά των ωρών αντί να την ακολουθώ τυφλά».  «Σιμόν Ντε Μποβουάρ,  Όσα είπαμε και όσα κάναμε».

Κανείς δεν την ξαναείδε. Ήταν ελεύθερη. Κάθε ημέρα πήγαινε και πιο μακριά.

Μοιραστείτε:  

Tags:

Γεννήθηκε στη Χαλκίδα. Υπάρχουν στιγμές που γράφει και άλλες που φωτογραφίζει. Δυστυχώς, δεν ζωγραφίζει. Επίσης, φτιάχνει και σερβίρει καφέδες, κλείνει ισολογισμούς. Δούλεψε από εδώ, δούλεψε από εκεί μα προκοπή δεν είδε. Στα δεκαέξι του μια χειρομάντης στη Σερβία του είπε ότι θα κάνει πολλά λεφτά, δύο παιδιά και θα γυρίσει τον κόσμο. Από τότε, περιμένει!