Έστω για λίγο

Έστω για λίγο, φωτογραφία: Θοδωρής Νικολάου

«Ακολούθησέ με. Μια βόλτα στο περιβόλι των αναμνήσεων ίσως καταφέρει να επαναφέρει μέσα σου όσα βίαια, ή ακόμα και ειρηνικά έχουν αποκολληθεί. Αυτό που έχεις να κάνεις είναι να συγκρατήσεις και να συγκροτήσεις εικόνες και αργότερα να τις συνδέσεις με τις αρχικές αυτές έννοιες και νοήματα που ορίζουν τη ζωή».

Ξεκίνησαν νωρίς το πρωί. Γνώριζε τη σημασία που είχε γι΄αυτόν η παλιά πόλη. Η επιλογή μόνο τυχαία δεν ήταν. Το είχαν μαρτυρήσει άλλωστε οι διάλογοι που είχαν τον τελευταίο καιρό. Πίστευε πως πέρα από το συγκινησιακό πεδίο η παλιά πόλη έφερνε στα σπλάχνα της δύο αντίπαλους πόλους που συγκρούονταν μέσα του: Τη ζωή και το θάνατο. Τη ζωή γιατί σε μια κλινική εκεί γύρω είχε σχηματίσει το πρώτο του δάκρυ. Και το θάνατο γιατί σε ένα σπίτι στην καρδιά του τετραγώνου που διαμορφωνόταν είχε αποχαιρετίσει δύο αγαπημένα πρόσωπα, τα οποία ήταν τα μοναδικά που τον είχαν φέρει σε επαφή με το φόβο του απόλυτου αποχωρισμού. Εκεί τον είχε συλλογιστεί όντας έφηβος. Χωρίς ποτέ να προσπαθήσει να τον αγγίξει.

Πίστευε πως συνδυάζοντας την υπερβολή της φαντασίας με την δύναμη της εικόνας θα κατάφερνε να ματαιώσει την ορμή της σκέψης, να την αποκαταστήσει με τη νηνεμία του συναισθήματος. Σαν να ψυχοδυναμικό θεραπευτικό αποτέλεσμα με αγωγό όχι τον ελεύθερο, ή κατευθυνόμενο συνειρμό, αλλά την ίδια την ιστορία και την μετατροπή της μέσω της εικόνας. Σκοπός αυτού του πρωινού ήταν, μέσω της παρατήρησης, να συνειδητοποιήσει την πολλαπλή φύση της πραγματικότητας. Αργότερα, να αγκαλιάσει εκείνο το τμήμα της που θα μπορούσε να του αλλάξει τη θεώρηση των πραγμάτων.

Προχωρούσαν για ώρες στα στενά με ένα αίσθημα ασφάλειας που το διέκοπτε μόνο η βοή από τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν ακόμη σε μια από τις τελευταίες αλάνες της πόλης. Στάθηκαν για λίγο έξω από τα ερείπια ενός νεοκλασικού. Εκεί είχε γεννηθεί πριν από σαράντα χρόνια. Απόθεσε μια πέτρα στην παλιά μισοσφραγισμένη εξώπορτα. Με αυτή την κίνηση το πιθανότερο θα κατάφερνε συμβολικά να ξαναγεννηθεί. Ίσως σε κάποιο από τα όνειρά του στα επόμενα βράδια το κτίριο να έπαιρνε τα αρχικά του χρώματα. Ίσως ξυπνούσε το πρωί με το πρώτο δάκρυ να έχει μουσκέψει τα μάγουλά του.

Για ώρες παρατηρούσαν και κατέγραφαν με τη ματιά και την καρδιά. Έπαιρναν τις εικόνες και μετασχημάτιζαν τα νοήματα. Η παρακμή των σπιτιών μετατρεπόταν σε ένα πεδίο όπου μπορούσε πλέον να χτίσει καινούρια θεμέλια. Στον ηλικιωμένο με το μπαστούνι που προσπαθούσε να ανέβει τον ανήφορο, ενώ πριν θα ταυτοποιούσε το μαρτύριο τώρα έβλεπε τον αγώνα και την αγωνία. Στο παιδί που έκλαιγε στο πλατύσκαλο πλέον δε μετρούσε τον πόνο, αλλά την αγαλλίαση που φέρνει το ξέσπασμα.

Έπρεπε να έρθει αντιμέτωπος με τα πλέον ευγενή, αλλά και τα πιο αχνά και αινιγματικά του αισθήματα. Και εκείνο το πρωινό το έκανε. Κατάφερε να παίξει με τον θάνατο, να τον ξεγελάσει έστω και για λίγο. Να τον δει από εκείνη την πλευρά που μπορεί να μην επικρατεί το άσπρο, αλλά τουλάχιστον δε βασιλεύει δεσποτικά το μαύρο.

Μοιραστείτε:  

Γεννήθηκε στη Χαλκίδα. Υπάρχουν στιγμές που γράφει και άλλες που φωτογραφίζει. Δυστυχώς, δεν ζωγραφίζει. Επίσης, φτιάχνει και σερβίρει καφέδες, κλείνει ισολογισμούς. Δούλεψε από εδώ, δούλεψε από εκεί μα προκοπή δεν είδε. Στα δεκαέξι του μια χειρομάντης στη Σερβία του είπε ότι θα κάνει πολλά λεφτά, δύο παιδιά και θα γυρίσει τον κόσμο. Από τότε, περιμένει!