Στα σαγόνια του Ευρίπου

Το καλοκαίρι του 1974, έντεκα χρονών, σε μια στιγμή πρόκλησης και υπέρβασης των ορίων μου, κολύμπησα με το φίλο μου Σώτο από το μόλο του Βοσπόρου, στην Κάνηθο, μέχρι την πλησιέστερη πράσινη σημαδούρα στη μέση του Ευρίπου. Η απόσταση δε φάνταζε τόσο τρομερά μεγάλη, και μέσα σε δέκα λεπτά τα είχαμε καταφέρει. Ήταν όταν σκαρφάλωσα πάνω της και γύρισα να κοιτάξω πίσω, προς την αφετηρία, που με χτύπησε το πρώτο μυρμήγκιασμα. Στη συνέχεια πρόσεξα τη «χνουδωτή» αλυσίδα που κρατούσε τη σημαδούρα στη θέση της, έτσι όπως κατέβαινε προς το βυθό και χανόταν στο σκούρο πράσινο σκοτάδι από κάτω και με έπιασε το πρώτο σύγκρυο. Αυτές οι δύο εικόνες έμειναν αυθεντικά αποτυπωμένες στο μνημονικό μου, ενώ δεν έχω συγκρατήσει καμία ανάμνηση από τη θέα της παλιάς γέφυρας που είχα στη νέα μου, πλεονεκτική θέση. Ο Σώτος ήθελε να συνεχίσουμε προς την κόκκινη σημαδούρα, εγώ ούτε να το ακούσω. Ανυπομονούσα ήδη να βρεθώ πίσω, στην ασφάλεια της στέρεης γης και ένιωθα ξαφνικά σαν το γατάκι που σκαρφάλωσε στο ψηλό δέντρο και δεν ήξερε πώς να το κατέβει. Σαφώς το πλατσούρισμα του γυρισμού ήταν πιο πανικόβλητο, με τη μαυρίλα που απλωνόταν από κάτω μου να κυνηγάει για να με αρπάξει. Τι ακριβώς φοβόμουν; Η χειρότερη επίθεση που είχα δεχτεί μέχρι τότε στα νερά του Ευρίπου ήταν από μια τοσοδούλα τσούχτρα που μου είχε τσιμπήσει το γόνατο. Δε φοβόμουν το ρεύμα, τις δίνες, ή τις ρουφήχτρες, τους αληθινούς κινδύνους, τους οποίους φημολογούνταν ότι ελόχευαν τα τρελά νερά. Ο δικός μου ανώνυμος και αθέατος τρόμος πατούσε απλά εκείνο το κουμπί της παιδικής φαντασίας που έχει την ικανότητα να πλάθει τα χειρότερα τέρατα από το μαύρο τίποτα. Είχα ακόμα δύο χρόνια μπροστά μου μέχρι να δω στον κινηματογράφο Μάγια μια ταινία που θα στιγμάτιζε τα θερινά μπάνια των απανταχού λουομένων, «Τα Σαγόνια του Καρχαρία».

«Τα Σαγόνια του Καρχαρία» (Jaws) βγήκε στις αίθουσες το 1975 και ήταν βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Πήτερ Μπέντσλεϊ. Η ταινία έκανε διάσημο το σκηνοθέτη της, Στήβεν Σπίλμπεργκ, και άλλαξε την ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου. Κι αυτό γιατί υπήρξε το πρωτότυπο καλοκαιρινό μπλοκμπάστερ. Λόγω έξυπνου μάρκετινγκ, σαφώς οι παραγωγοί έβγαλαν την ταινία στους κινηματογράφους της Αμερικής το καλοκαίρι. Η επιτυχία του ήταν τέτοια, που από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, όλα τα μεγάλα μπλοκμπάστερ θα κυκλοφορούσαν στις αίθουσες Μάϊο με Αύγουστο. Μέχρι το 1977, που ήρθε ο «Πόλεμος των Άστρων», ήταν η πιο κερδοφόρα ταινία στην ιστορία του σινεμά. Φυσικά η ταινία έκανε κάτι παραπάνω από το να γεμίσει τα ταμεία της δολάρια. Άλλαξε τον τρόπο που εκατομμύρια κολυμβητές χαίρονταν τα καλοκαιρινά τους μπάνια. Πόσες φορές δεν αγνάντεψα τα τρελά νερά του Ευρίπου με την ελπίδα να δω να τα σχίζει το πτερύγιο ενός λευκού καρχαρία, συνοδεία με τη χαρακτηριστική θεματική μουσική του Τζον Γουίλιαμς; Εκείνα τα χρόνια οι πλαζ της Σουβάλας και τα Αστέρια θα αποτελούσαν τον ιδανικό μπουφέ για τον πεινασμένο Μπρους, όπως ήταν το παρατσούκλι του μηχανοκίνητου καρχαρία του έργου. Η βιομηχανία του θεάματος, πατώντας στην επιτυχία του πρώτου, δεν αμέλησε να γαργαλήσει τη φαντασία μας με περισσότερους καρχαρίες και άλλα επικίνδυνα θαλασσινά, όπως πιράνχα, χταπόδια, όρκες, μεταλλαγμένα μπαρακούντα, ακόμα και κροκόδειλους. Το σινεμά υπήρξε καταλυτικός τροφοδότης της φαντασίας μου με αυτούς τους θαλάσσιους τρόμους, για να τους αδειάζω με τη σειρά μου στα νερά του Ευβοϊκού, και να τους φαντάζομαι να πηγαινοέρχονται μέσα στο ρεύμα, έτοιμοι να αρπάξουν κάποιον Χαλκιδέο λουόμενο.

Αναγνώστης και των μυστηρίων του Σύμπαντος όπως έμπαινα στην εφηβεία εκείνα τα χρόνια, υπήρξα πιστός του Τέρατος του Λοχ Νες. Ζηλεύοντας μάλιστα τη δόξα της Σκοτσέζικης λίμνης, είχα το παράπονο που δεν είχε και ο Εύριπος το δικό του, ανάλογο μύθο. Αν και φοβάμαι, αν είχαμε κι εμείς τερατάκι, θα είχε καταλήξει λεμονάτο στα κάρβουνα των εντόπιων ουζερί. Μια φάλαινα έτυχε να τιμήσει τα νερά μας το 1955 και πέσαν όλοι να τη φάνε με τουφέκια, μυδράλια και μπαζούκας. Εκείνα τα «παλιά» χρόνια οι Χαλκιδέοι δεν είχαν γνωρίσει ακόμα τον Κουστώ, και δεν είχαν τις ανάλογες οικολογικές ευαισθησίες απέναντι τη φύση. Η προστασία της άγριας ζωής ήταν όρος επιστημονικής φαντασίας για τον Έλληνα. Η άγρια ζωή ήταν επικίνδυνη, απρόβλεπτη και έπρεπε να εξοντωθεί πάση θυσία. Τεράστιες φάλαινες περιφέρονταν σε μεγάλους αριθμούς στα ελληνικά νερά, αλλά καταδιώκονταν και σφάζονταν ανελέητα από τους ψαράδες, το λιμενικό, αλλά και τις ένοπλες δυνάμεις. Όχι για το λάδι, ή το κρέας τους, αλλά έτσι, χωρίς κανένα λόγο. Απλώς και μόνο επειδή είχαν κάνει το σφάλμα να υπάρξουν. Αυτή η φάλαινα λοιπόν επί μέρες περιφερόταν «αναδυόμενον ωσάν γιγαντιαίον κατάμαυρον υποβρύχιον… ενώ πανικόβλητοι οι ευρισκόμενοι εντός του λιμένος λεμβούχοι απιεβιβάζοντο εις την ξηράν». «Αι εκπυρσοκροτήσεις των μπαζούκας και αι ριπαί των πολυβόλων έδιδον την εντύπωσιν κανονικής μάχης. Έκπληκτοι οι Χαλκιδείς παρηκολούθουν την πρωτότυπη αυτή ναυμαχία». (Ακρόπολις 9.12.1955). Την επόμενη μέρα η Σχολή Πεζικού παραχώρησε στο λιμεναρχείο ένα μικρό κανόνι. «Ήτο δε τόση η προκλητικότης του τέρατος ώστε την 7ην εσπερινήν ολίγον έξω από το λιμάνι επλησίασεν εις απόστασιν πέντε μόλις μέτρων ένα πετρελαιοκίνητον». (Ακρόπολις 10.12.1955). Και ο καλός δημοσιογράφος μας ενημερώνει: «Τα πάντα είναι έτοιμα ώστε η σημερινή ημέρα να αποβή μοιραία δια τον ογκώδη τρομοκράτην του Ευβοϊκού». Στις 20 Δεκεμβρίου καταδιωκτικό του λιμεναρχείου με έξι άντρες της Σχολής Πεζικού και του Λιμενικού καταδίωξε επί 2 ώρες το κήτος χωρίς να κατορθώσει να το πλήξει (Ακρόπολις 21.12.1955). Έτσι, ευτυχώς, η ιστορία είχε αίσιο τέλος για τη φάλαινα.

Υπήρξε και ένα όμορφο κορίτσι εκείνα τα χρόνια, στο οποίο δεν τολμούσα να πω ότι μου αρέσει φυσικά, που στην παραλία φορούσε ένα πλεκτό μπικίνι που της είχε φτιάξει η μαμά της. Ένα πλεκτό μπικίνι με εκατοντάδες μικρές τρυπούλες! Μόνο στη φαντασία μου με έβλεπα να βγαίνω πράσινος και τρομερός στην ακτή για να αρπάξω το κορίτσι, όχι ως εγώ, αλλά ως «Το Πλάσμα της Μαύρης Λίμνης» (Creature from the Black Lagoon). Μια ασπρόμαυρη ταινία τρόμου που κυκλοφόρησε στις αμερικάνικες αίθουσες το 1954 σε 3D. Θεωρείται κλασική του είδους, με κεντρικό τέρας ένα μεταλλαγμένο πλάσμα του βάλτου με βράγχια και λέπια. Παρεξηγημένος έφηβος, με παχάκια και σπυράκια εκείνο το καλοκαίρι πώς να μην ταυτιστώ; Η εν λόγω ταινία έβγαλε άλλες δύο συνέχειες, «Η Εκδίκηση του Πλάσματος της Μαύρης Λίμνης», το 1955, την εποχή που στον Ευβοϊκό κυνηγούσαν τη φάλαινα, και «Το Πλάσμα Περπατά Ανάμεσα μας» (The Creature Walks Among Us), το 1956. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που καρχαρίες, αληθινοί και όχι κινηματογραφικοί, έκαναν την εμφάνισή τους στα νερά του Ευβοϊκού. Μάθαμε γι’ αυτούς όχι από την επίθεση σε κάποιον άτυχο κολυμβητή, αλλά από την κατάληξη τους στα δίχτυα ενός καϊκιού, την έκθεση τους σε κάποιο ψαρομάγαζο, πριν διαιρεθούν σε φέτες και μοιραστούν σε γείτονες και ταβέρνες. Αναμφισβήτητα τα σαγόνια στον Εύριπο τα διαθέτουν οι Ευβοείς. Το επόμενο καλοκαίρι «Τα Σαγόνια του Καρχαρία» του Σπίλμπεργκ κλείνουν 40 χρόνια καριέρας. Θα περιμένω μέχρι τότε, έως ότου ξεχαστείτε, και εκεί που θα πιστεύετε ότι είναι ασφαλές να επιστρέψετε στο νερό, τσουπ θα έρθω να σας θυμίσω ότι δεν κολυμπάτε μόνοι.

Καλό Καλοκαίρι!

Μοιραστείτε:  

Tags: