Βουρβούλακες και βαμπίρ, Βαλκάνια φάρα!

“Γιατί, Θανάση μου, βγαίνεις το βράδυ;
Ύπνος για σένανε δεν είν’ στον Άδη;
Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί…
Βαθιά σε ρίξανε μέσα στη γη…
Φεύγα, σπλαγχνίσου με. Θα κοιμηθώ.
Άσε με ήσυχη ν’ αναπαυθώ.
Στάσου μακρύτερα… Γιατί με σκιάζεις;
Θανάση, τι έκαμα και με τρομάζεις;
Πως είσαι πράσινος; Μυρίζεις χώμα…
Πες μου… δεν έλιωσες, Θανάση, ακόμα;
Λίγο συμάζωξε το σάβανό σου…
Σκουλήκια βόσκουνε στο πρόσωπο σου.
Θεοκατάρατε, για δές… πετάνε
κι έρχονται πάνω μου για να με φάνε.”*
* Απόσπασμα από το ποίημα «Θανάσης Βάγιας»
του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

Πείτε μου τώρα, από άποψη στυλ, εσείς ποιον βρικόλακα προτιμάτε; Το Βρετανό Κρίστοφερ Λι με τη μαύρη του κάπα να βγαίνει από την ομίχλη του Λονδίνου και να σας δείχνει τους κυνόδοντές του, ή τον βουρβούλακα, το Θανάση, με φουστανέλα και τσαρούχια να σας κυνηγάει γύρω από το τραπέζι για να σας αρπάξει; Ίσως να μην το πιστεύετε, αλλά ο βρικόλακας είναι δικό μας, βαλκάνιο τέρας, από μας τον πήραν οι δυτικοί και του έδωσαν καριέρα στο Χόλυγουντ. Τα των βρικολάκων, τύπου Δράκουλα, τα ξέρετε σπουδαγμένοι κινηματογραφόφιλοι αναγνώστες μου. (Εσείς των “Twilight”, τιμωρία στη γωνία, δε θέλω ούτε να σας ξέρω).

Να σας πω όμως λίγα πράματα για τους βουρβούλακες, ή καταχανάδες, ή τυμπανιαίους (πρησμένοι από το πολύ αίμα που ρούφηξαν) της ελληνικής και χριστιανορθόδοξης παράδοσης. Το πλήθος των ονομάτων του βρικόλακα που αναφέρονται από τους λαογράφους Ν. Πολίτη και Καμπούρογλου, αλλά και από τους ξένους περιηγητές στην Ελλάδα, δείχνει πόσο πολύ απασχολούσαν οι ιστορίες με βαμπίρ, μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα τις μικρές κοινωνίες και τα χωριά της Ελλάδας. Λεγόταν τότε ότι δεν υπάρχει χρονιά που να μην έχει ακουστεί ότι σε κάποιο χωριό εμφανίστηκε βρικόλακας και ότι οι χωριάτες τον ξεφορτώθηκαν με κάποιου είδους εξορκισμό. Επειδή μάλιστα η Ελλάδα έβριθε από τέτοιες αναφορές, οι Τούρκοι κατακτητές πίστευαν ότι αν ένας αμαρτωλός γκιαούρης πέθαινε, τότε σίγουρα θα γινόταν βουρδούλακας. Στη σύγχρονη αντίληψη, αλλά και στην αντίστοιχη λογοτεχνία της, ο βρικόλακας παρουσιάζεται ως ένα τέρας που «διψάει» για αίμα και για τη διαιώνιση του ανομολόγητου είδους του. Αντίθετα, στην ελληνική παράδοση παρουσιάζεται ως ένα θορυβοποιό πνεύμα με δίψα για ανάμνηση (;) της ζωής. Ο Δημήτρης Αινιάν, αγωνιστής του Εικοσιένα και βιογράφος του Καραϊσκάκη, εξιστορεί ένα περιστατικό, σχετικό με την εμφάνιση βρικόλακα το 1850 στην Υπάτη Φθιώτιδας. Το βαμπίρ πήγαινε στο σπίτι του, έκανε κτύπους και θορύβους, ανακάτευε τα πράγματα και κυνηγούσε τη γυναίκα του γύρω από το τραπέζι. Δεν τον αγαπούσε πια η άπονη, καθώς φαίνεται. Οι χωριανοί κλειδαμπαρώνονταν για να αποτρέψουν το βρικόλακα να μπει και στο δικό τους σπίτι και όταν αποφάσισαν να ανοίξουν τον τάφο του βρικολακιασμένου συγχωριανού τους, τον βρήκανε στην κάσα, όπως τον είχαν θάψει και μάλιστα έδειχνε να έχει πάρει κάτι κιλάκια από τότε. Ο καθιερωμένος τρόπος απαλλαγής από την τυραννία του βρικόλακα ήταν η εκταφή, το κάρφωμα με παλούκι στην καρδιά, ή και το κάρφωμα με καρφιά μέσα στο φέρετρο, το ζεμάτισμα και το κάψιμο της καρδιάς, ή και ολόκληρου του πτώματος. Στις βαλκανικές χώρες, λοιπόν, η παρουσία των κυνηγών βρικολάκων ήταν απαραίτητη. Δώστε βάση λοιπόν:

Ο Σικελός περιηγητής Xavier Scrofani, που περιόδευσε από τα μέσα του 1795 έως και τις αρχές του 1796, περιγράφει λεπτομερώς μια τελετή εξορκισμού βρικόλακα στην Κορινθία, όπως την είδε ο ίδιος και στην οποία παρευρισκόταν και ο μητροπολίτης Κορινθίας, Γρηγόριος. Πρώτα λέει, οι κάτοικοι συγκεντρώνουν ένα χρηματικό ποσό για το μητροπολίτη. Ύστερα οι συγγενείς ετοιμάζουν ένα πλούσιο τραπέζι μέσα στο νεκροταφείο, μπροστά στον ανοικτό τάφο του βρικολακιασμένου συγχωριανού τους. Αν είναι φτωχοί και δεν έχουν χρήματα τα έξοδα τα αναλαμβάνει ο πλουσιότερος του χωριού. Ο μητροπολίτης καλεί τον πεθαμένο, «εις το όνομα του Θεού», να γευτεί τα φαγητά που του προσφέρονται. Η άρνηση αποτελεί απόδειξη ότι είναι πραγματικά πεθαμένος και αφορισμένος και ότι μόνο το πνεύμα του προκαλεί τις ενοχλήσεις στους συγχωριανούς του. Ύστερα ο μητροπολίτης φοράει τη μίτρα του και σπάζει σε μια λεκάνη 31 αυγά, προσθέτει μερικά άνθη πορτοκαλιάς, αλεύρι και εξαιρετικό κρασί, τα ανακατεύει με μια δέσμη από κλαριά μυρτιάς, ραντίζει το πτώμα με το παραπάνω μείγμα και δίνει εντολή να ξαναθάψουν το πτώμα μέσα στον τάφο. Μόλις τελειώσει η τελετή, ο μητροπολίτης μαζί με τους άλλους παπάδες πίνουν το μείγμα που είχε ετοιμάσει και τρώνε τα φαγητά του πεθαμένου. «Είδα την τελετή με τα ίδια μου τα μάτια», γράφει ο Σικελός περιηγητής «και νόμισα πως βρίσκομαι μπροστά σε μάγους της Θεσσαλίας». Το πιάσατε το υπονοούμενο; «Μεγάλες μάσες» το κυνήγι των βρικολάκων στην Ελλάδα εκείνης της εποχής. Τι τραβούσαν κι αυτά τα καημένα βαμπίρ. Στην ελληνική λογοτεχνία στοιχεία με βαμπίρ εμπεριέχει το βιβλίο «Το Φάντασμα» του Γρηγορίου Ξενόπουλου, το οποίο βασίζεται σε μια ιστορία που διαδραματίστηκε το ΙΗ΄αιώνα στη Βενετοκρατούμενη Ζάκυνθο. Η τραγική ηρωίδα βασανίζεται από το νεκρό αρραβωνιαστικό της και αναγκάζεται παρανόμως να τον ξεθάψει, για να ανακαλύψει ότι το πτώμα έχει παραμείνει άλιωτο. Ηθογραφική τραγωδία με θέμα και τίτλο: «Ο Βρικόλακας» έχει γράψει ο Αργύρης Εφταλιώτης, καθώς και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου το δράμα: «Ο όρκος του πεθαμένου». Η υπόθεση είναι παρμένη από το γνωστό δημοτικό τραγούδι «Ο Κωνσταντής» που βρικολάκιασε προκειμένου να φέρει την αδελφή του Αρετή στη μητέρα του από τα ξένα, όπως της είχε υποσχεθεί καθόσον ζούσε.

Ο ένας και μοναδικός Δράκουλας – η επιτομή των κινηματογραφικών βαμπίρ – ο Κρίστοφερ Λι, έπαιξε τον κόμη εκ Τρανσιλβανίας για πρώτη φορά το 1958, στην ταινία Dracula, για τα βρετανικά στούντιο της Hammer. Ο Λι επανέλαβε το ρόλο στο Dracula: Prince of Darkness το 1965. Η ερμηνεία του στο έργο είναι χαρακτηριστική καθώς δεν έχει καθόλου λόγια, απλώς δείχνει τα δοντάκια του και γρυλίζει. Ο ηθοποιός λέει ότι υπάρχει εξήγηση γι’ αυτό, δηλαδή αρνιόταν να πει τις σαχλαμάρες που του έβαζαν στο σενάριο, ενώ ο σεναριογράφος της ταινίας, Jimmy Sangster, επιμένει ότι εξαρχής ο κόμης δεν είχε λόγια στην ιστορία. Η δεύτερη ταινία πάντως εδραίωσε τη συνταγή που θα ακολουθούσαν και οι άλλες συνέχειες. Το μισό έργο καταναλίσκεται στην επαναφορά του φημισμένου βαμπίρ στη ζωή, και μετά οι εμφανίσεις του τέρατος είναι λιγοστές. Ο Κρίστοφερ Λι έχει δηλώσει δημόσια ότι τον εκβίαζαν να γυρίσει όλες εκείνες τις συνέχειες υπενθυμίζοντας του πόσος κόσμος θα έμενε χωρίς δουλειά αν αρνιόταν να παίξει σε αυτές. Αυτές λοιπόν που ακολούθησαν, Dracula Has Risen from the Grave (1968), Taste the Blood of Dracula (1969), και Scars of Dracula (1970) δεν έδωσαν στον κόμη να κάνει και πολλά επί της οθόνης. «Γράφανε μια ιστορία» λέει ο Λι, «και μετά προσπαθούσαν να βάλουν το Δράκουλα κάπου εκεί μέσα. Στην πραγματικότητα, δε μου έδιναν να κάνω τίποτα.» Ίσως ο ηθοποιός δεν έμεινε ευχαριστημένος, αλλά οι ταινίες είχαν τεράστια επιτυχία παγκοσμίως, και σήμερα χαρακτηρίζονται ως κλασσικές του είδους. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Λι έπαιξε σε άλλες δύο ταινίες Δράκουλα, στις οποίες επιχειρήθηκε να φέρουν το βαμπίρ στη μοντέρνα εποχή. Αυτές δεν υπήρξαν ταμειακές επιτυχίες: Dracula A.D. 1972 το 1972 και The Satanic Rites of Dracula το 1973, που σηματοδότησαν την τελευταία εμφάνιση του Κρίστοφερ Λι στο ρόλο του κόμη.

Όπως και να ‘χει, η σημερινή επικρατούσα σόου-μπίζνα ξεδόντιασε το βρικόλακα για τα γούστα μου, με κάτι χλωμούς μορφονιούς που παίρνουν πόζες σα να διαφημίζουν τζιν παντελόνια. Το θέλω τέρας το βαμπίρ μου, και μέχρι να ‘ρθει εκείνη η μέρα, να ρίχνετε καμιά ματιά στα παλιά λογοτεχνικά έργα για να καταλάβετε τι εννοώ.

Μοιραστείτε:  

Tags: