To θηρίο των Χριστουγέννων

Εικονογράφηση: Σοφία Μυλωνά

Εικονογράφηση: Σοφία Μυλωνά

Αυτά που θα σου διηγηθώ ήταν τα πιο φριχτά Χριστούγεννα της ζωής μου.
Ο μπαμπάς μου έλειπε, δεν έβρισκε καθόλου δουλειά στη Χαλκίδα, και έτσι του είχε τηλεφωνήσει ένας εργολάβος απ’ την Αλεξανδρούπολη, ο μπαμπάς μου είχε πάει εκεί πέρα να δουλέψει. Η μαμά μου μού είπε ότι δεν της πήγαινε να τον αφήσει μόνο του χρονιάρες μέρες, θα πήγαινε να τον βρει. Εγώ -γκαντεμιά- έτυχε να έχω ωτίτιδα και φοβόταν να με πάρει σε τέτοιο ταξίδι με το τρένο. Έπιασα -όχι πως είμαι κανάς κλαψιάρης- να χύνω μαύρο δάκρυ, κοπανιόμουνα όλο το απόγεμα για να με πάρει μαζί της, αλλά η μαμά μου δεν έπαιρνε από τέτοια, αρβανίτισσα, άντε να της αλλάξεις γνώμη. Μου είπε «θα σε αφήσω στους θειούς σου, μην κάνεις έτσι, σε λίγες μέρες θα είμαι πίσω».
Αυτό ακριβώς ήταν η τραγωδία: ότι έπρεπε να περάσω τις γιορτές με αυτούς.

Για να σου δώσω να καταλάβεις, ο θείος μου ο Μήτσος ήταν απ’ αυτούς τους τύπους που πετάνε ένα γύρω δηλητηριασμένες φόλες για τα αδέσποτα ή πάνε και παρκάρουν πάνω στις ράμπες των ανάπηρων και άμα τους πεις τίποτα, σου απαντάνε «έλα μωρέ τώρα, πώς κάνεις έτσι».
Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς τον είχε παντρευτεί η θεία Τασία, γλυκομίλητη γυναίκα, χαμηλών τόνων. Μια φορά όμως πήρε τα παιδιά και έφυγε απ’ το σπίτι της, ήρθε στο δικό μας και τη φιλοξενούσαμε. Ο θείος Μήτσος χτύπαγε την πόρτα μας, η μάνα μου βγήκε στο παράθυρο και του ούρλιαξε:
-Α γαμήσου ρε μαλάκα, που θα σηκώσεις τα βρωμόχερά σου στην αδερφή μου! Θα σε πάω στον εισαγγελέα!
Ο θείος Μήτσος ορκιζότανε πως δεν θα το ξανακάνει ποτέ ποτέ, πως θα αλλάξει.

Και όντως άλλαξε.
Προς το χειρότερο.

Επειδή γενικά ήμουν πολύ καλομαθημένος, του είχε κολλήσει να με κάνει άντρα. Άντρας γίνεσαι άμα πάρεις ένα αεροβόλο και αρχίσεις να κάνεις σκοποβολή πάνω στις γάτες. Έτσι εξηγείται που στη γειτονιά του θείου, στη Δεξαμενή, όλες οι γάτες ήταν μονόφθαλμες. Μια φορά λοιπόν μου έκανε δώρο ένα φλόμπερ. Δεν κρατήθηκα άλλο:
-Ρε θείε, αφού στο έχω πει τόσες φορές, το πρότυπό μου είναι ο Μαχάτμα Γκάντι!
Αντίθετα, αγαπούσα να παίζω με τις κούκλες, είχα πάθος με το θέατρο, τις έβαζα να μιλάνε, έφτιαχνα σενάρια με το μυαλό μου. Ο θείος με μάλωνε συνέχεια πως θα γίνω γκέι και θα γίνω γκέι. Φαντάσου κιόλας να ήξερε ότι μάθαινα απ’ το youtube κλασικό χορό και το όνειρό μου ήταν όταν μεγαλώσω να γίνω μπαλαρίνος.

Εν πάση περιπτώσει, εκείνα τα μαύρα Χριστούγεννα, μπήκαμε στο τέσσερα επί τέσσερα να πάμε στο χωριό στο Θεολόγο, εγώ, η θεία Τασία, ο θείος, και τα δυο ξαδέλφια μου που ήταν σπουδαία παρέα, όλη την ώρα παίζανε στο τάμπλετ.
Μόλις φτάσαμε και μπήκαμε στο σπίτι που ήταν αρκετά έξω απ’ το χωριό, άρχισε να χιονίζει χοντρά και σε λίγο το χιόνι είχε φτάσει μισό μέτρο. Ήρθαν και κάτι χωριανοί αλαφιασμένοι να πούνε στο θείο ότι είχε κατέβει απ’ το βουνό και ρήμαζε τα μποστάνια μια αρκούδα.
Ο θείος Μήτσος αμέσως ξεκρέμασε την καραμπίνα, ζώστηκε τα φυσεκλίκια του και βγήκε μαζί τους. Άφησε τη γαλοπούλα μισοφαγωμένη.
Η θεία Τασία αγχώθηκε πολύ, έπαιρνε στο κινητό αλλά δεν είχε σήμα.

Όταν γύρισε ο θείος, είχε πια πέσει νύχτα. Τα μουστάκια του σταλακτίτες, νευριασμένος φουλ, γιατί -μας είπε- δεν το είχαν βρει το θηρίο. Τότε του πέταξα:
-Θηρία είστε εσείς, σα δεν ντρέπεστε λίγο! Βγήκατε τόσοι νοματαίοι με τις υπεραυτόματες καραμπίνες σας που ρίχνουν είκοσι φυσίγγια το λεπτό, να κυνηγήσετε ένα φουκαριάρικο ζωντανό! Άσε που οι αρκούδες είναι προστατευόμενο είδος, πρέπει να τηλερωνήσουμε στον «Αρκτούρο»!
Δεν ξέρω αν έχεις δει ποτέ ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί: Ο θείος Μήτσος στην αρχή έγινε πράσινος, μετά βιολετί καi τέλος κόκκινος σαν σημαία του ΚΚΕ, φούσκωσαν οι φλέβες στο λαιμό του, σήκωσε τη χερούκλα του και πριν προλάβει να τον σταματήσει η θεία, μου σβούριξε μια τέτοια σφαλιάρα, μια σφαλιάρα σου λέω, που γύρισε ανάποδα το κεφάλι μου, πήγα πέρα πέντε μέτρα, έκανα γκελ στον τοίχο και σωριάστηκα χάμω. Τα ξαδέλφια μου γέλασαν, τους φάνηκε πολύ αστείο.
Τότε ήταν μια από τις λίγες φορές που έχω μιλήσει τόσο σοβαρά στον εαυτό μου: «Κρατήσου! Μην κλάψεις, μην κλάψεις τώρα!»
Σηκώθηκα. Χωρίς μιλιά. Πήρα το μπουφάν μου. Το φόρεσα. Το κούμπωσα. Έκανα τρία βήματα. Άνοιξα την πόρτα. Βγήκα έξω.
Η θεία έτρεξε να με προφτάσει. Ο θείος την έσυρε μέσα και βρόντηξε την πόρτα:
-Άστονα να δούμε πού θα πάει!

Δεν το πίστευα ότι έκανα αυτό που έκανα. Μες στο σκοτάδι είπα ξανά στον εαυτό μου: «Τώρα μπορείς να κλάψεις».
Έτσι, χωρίς να ξέρω πού πάω, έκλαιγα και προχώραγα, προχώραγα και έκλαιγα, με τα δόντια μου να χτυπάνε, χωρίς τη μαμά μου, μόνος όπως την πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο και ακόμα πιο μόνος.

Έχασα τον προσανατολισμό μου, δεν είχα μαζί την προσκοπική μου πυξίδα, βγήκα απ’ το δρόμο και γλίστρησα μέσα σε ένα χαντάκι.
Το χιόνι με σκέπασε μέχρι το κεφάλι, κρυστάλλιασα, το πόδια μου δεν υπάκουαν πια.
Είχα δει σε μια ταινία πως όταν είσαι στους πάγους, πρώτα σε παίρνει ο ύπνος και μετά πεθαίνεις.

Δεν ξέρω πόσοι αιώνες πέρασαν. Κάποια στιγμή ένας τεράστιος όγκος με πλησίασε γρυλίζοντας. Ένιωσα τα χνώτα του όγκου στη μούρη μου, το μουγκρητό του με ξεκούφανε. Δεν μου απόμενε κουράγιο ούτε καν για να τρομάξω.
Ξαφνικά άκουσα και τη φωνή του θείου που με έψαχνε. Η αρκούδα στράφηκε προς το μεριά του, εγώ, εκτός απ’ τον Γουίνι το Αρκουδάκι και τον Μπαλού, δεν είχα ξαναδεί αρκούδες, δεν ήξερα πως είναι τόσο γρήγορες, σε κλάσματα δευτερολέπτου χύμηξε καταπάνω στον θείο, τον έριξε κάτω και ετοιμαζόταν να τον κάνει κομμάτια.
Τότε μάζεψα όλες μου τις δυνάμεις και φώναξα:
-Μη! Μη, σε παρακαλώ! Μη!
Η αρκούδα δεν ξέρω αν με άκουσε, γύρισε και με κοίταξε, είδα τα μάτια της. Και κατάλαβα.

Κατάλαβα πως αυτή η αρκούδα ήταν που ζέσταινε με τα χνώτα της το μικρό Χριστούλη στη φάτνη, ναι, αυτή η ίδια αρκούδα που τώρα ζέσταινε και μένα.
Άφησε το θείο και με σίμωσε… την άρπαξα απ’ τη μαλλιαρή ράχη της… ένιωσα την καρδιά της, την καρδιά της, κάτι που δε θα ξεχάσω ποτέ, τη θερμή ψυχή της, την προαιώνια αγάπη του κόσμου. Ακόμα μέχρι σήμερα μετά από τόσα χρόνια που μου δόθηκαν να ζήσω, το βλέμμα της αρκούδας με ακολουθεί σε κάθε βήμα μου.

Για να μη τα πολυλογώ, ήρθε ο θείος Μήτσος και με τράβηξε. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Με πήρε αγκαλιά και τσαλαβουτώντας μες στα χιόνια με πήγε σπίτι.
Το επόμενο πρωί τηλεφώνησε στον «Αρκτούρο».

Μετά από κανά δυο μέρες -είχα συνέλθει πια- μίλησα με τη μαμά μου στο Skype. Με ρώτησε:
-Πώς τα πέρασες με τους θειούς σου;
-Τέλεια, μαμά, υπέροχα. Τα πιο ωραία Χριστούγεννα της ζωής μου…

 

*Ως μουσική ύπόκρουση του αναγνώσματος προτείνεται το «In The Death Car” του Goran Bregovic από τον Iggy Pop.

Μοιραστείτε:  

Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν».  Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.