H διαπερατότητα των συνόρων

Όταν το ξυπνητήρι χτύπησε, ο Νικηφόρος βρισκόταν για τα καλά εγκατεστημένος μέσα στη χώρα «Κρεβάτι». Γλυκειά χώρα, μακάρι να γινόταν να μείνει εκεί για πάντα.
Σηκώθηκε διστακτικά, αργόσυρτα.
Και μετανάστευσε στην επόμενη χώρα, που λεγόταν «Διαμέρισμα». Μικρό, ελάχιστα έπιπλα, σφαλιστά παραθυρόφυλλα, τσιγαρίλα.
Η πρώτη του κίνηση πάντα ήταν να ανοίγει την τηλεόραση. Η τηλεόραση ναι μεν μιλάει αλλά όχι όπως οι άνθρωποι. Μιλάει και δεν περιμένει απάντηση. Αυτό είναι το μεγάλο της προτέρημα.
Όλα καλά μέχρι εδώ. Το πράγμα τρωγότανε. Τώρα όμως άρχιζαν τα βάσανα…

Εικονογράφηση: Σοφία Μυλωνά

Εικονογράφηση: Σοφία Μυλωνά

Έβαλε το κεφάλι κάτω και βγήκε από το σπίτι του. Δόξα τω Θεώ, δεν συνάντησε κανέναν, δεν χρειάστηκε να υποστεί την «καλημέρα» των γειτόνων. Διαπίστωσε, ωστόσο, μια φρικτή παράλειψή του: δεν είχε μετρήσει τα σκαλοπάτια από τον όροφο ως το ισόγειο. Ξαναγύρισε πάνω λαχανιασμένος για να κατέβει μετρώντας τα. Toυ χρειαζόταν καθημερινά να το κάνει αυτό, τον καθησύχαζε.
Αμφέβαλε όμως αν ήταν πιο σωστό να αρχίσει συμπεριλαμβάνοντας και το κεφαλόσκαλο. Επιπλέον, στη μέση της σκάλας ξέχασε το μέτρημα, ήταν αναγκασμένος να ξανανέβει και να ξανακατέβει.
Κάποια στιγμή, με την ψυχή στο στόμα, τα κατάφερε.

Έξω από την πολυκατοικία μπορούσε να σου συμβεί οτιδήποτε: Να σε πολυβολίσουν οι περιπτεράδες. Να σε μαχαιρώσουν οι ανθοπώλες. Να σου πετάξουν χειροβομβίδα οι αργόσχολοι παππούδες.
Χύμηξε στο αυτοκίνητο. Ευτυχώς ήταν παρκαρισμένο από την εδώ μεριά· έτσι δεν χρειαζόταν να υπολογίσει πόσα βήματα απείχε το απέναντι πεζοδρόμιο.
Πάτησε το συμπλέκτη, έβαλε πρώτη και μετά δεύτερη.
Αλλά…

Δε μπορούσε να θυμηθεί πού ήθελε να πάει.

Και εκεί που πήγαινε -τρόπος του λέγειν «πήγαινε» γιατί ο Νικηφόρος οδήγαγε με είκοσι την ώρα- αρχίσανε να μαζεύονται από πίσω του οι άλλοι και να κορνάρουν. Τιγκαρισμένη η Χαλκίδα. Έστριψε σε έναν παράδρομο της Αρεθούσης για να ξεφύγει από την καταδίωξη. Εκεί -ακόμα χειρότερα- πήγαινε λίγο ταχύτερα από σταματημένος, του κορνάρανε ξανά, έστριψε σε άλλο παράδρομο και πιο πέρα σε άλλον.
Ώσπου…

Χάθηκε.
Είχε περάσει τη Μεγάλη Γέφυρα. Του ήταν αδύνατον να βρει το δρόμο για το σπίτι.
Και στον επαρχιακό δρόμο σχηματίστηκε πίσω του μια σειρά από εχθρικά αυτοκίνητα. Με μία ύστατη προσπάθεια έψαξε ένα πλάτωμα και πήγε στην άκρη.
Έσβησε τη μηχανή, γιατί ήταν πια τελείως εξουθενωμένος.
Τον περιτριγύριζαν λόφοι, ελαιώνες και λίγα σκόρπια σπίτια. Σκυλιά αλυχτούσαν.

Πόση ώρα έμεινε εκεί;
Βρωμόκαιρος.
Μαζεύονταν σύννεφα.

Τότε συνέβη κάτι που καλύτερα θα ήταν να μη συνέβαινε…
Άνοιξε η πόρτα του συνοδηγού και… Κάποιος μπήκε μέσα αστραπιαία. Ή μάλλον όχι κάποιος: κάποια.
Μία γυναίκα.
Η χώρα «Γυναίκα» είχε σύνορα απροσπέλαστα για το Νικηφόρo. Αυτή τη χώρα την κατοικούσαν αποτρόπαιες υπάρξεις, μισές λέαινες και μισές έχιδνες, έτοιμες να σε κατασπαράξουν.

Τώρα καθόταν δίπλα του μια τέτοια Μέδουσα. Τρομαγμένη κι αυτή. Του φώναξε με έσχατη απελπισία:
-Βάλε γρήγορα μπρος! Ξεκίνα αμέσως!
Ο Νικηφόρος πριν προλάβει να το σκεφτεί, πήγε όντως να ξεκινήσει. Αλλά το αυτοκίνητο δεν κουνιόταν. Δε λειτουργούσε τίποτα:
-Τη μίζα!
Είχε ξεχάσει να γυρίσει το κλειδί στον διακόπτη.
Του το γύρισε εκείνη, σανίδωσε και το γκάζι, οι ρόδες σπινιάρανε, αναπηδήσανε τα χαλίκια.

Και πηγαίνανε. Πού πηγαίνανε;

Απόφευγε, όπως ο διάολος το λιβάνι, να την κοιτάξει. Με τα χίλια ζόρια έριξε μια ματιά στον καθρέφτη του παρμπρίζ:
Καστανόξανθη. Γύρω στα σαράντα. Το ένα μάτι της πρησμένο, μπλαβό, το αριστερό χείλι σκισμένο, έτρεχε αίμα. Σε κακό χάλι. Εντωμεταξύ, έβαλε τα κλάματα, έκλαιγε με αναφιλητά, τρανταζόταν ολόκληρη.

Ο δρόμος στένευε στένευε μέχρι που έγινε χωματόδρομος. Το σαράβαλο χοροπήδαγε στις λακούβες.
Τότε δεν άντεξε άλλο. Πάτησε φρένο και της είπε ικετευτικά:
-Κατέβα σε παρακαλώ από το αυτοκίνητο… Κατέβα… Σε παρακαλώ… Σε παρακαλώ…
Η γυναίκα τον κοίταξε απορημένη… χίλια κομμάτια, τα δάκρυά της ανακατεύονταν με το αίμα… υπάκουσε… άνοιξε αργά την πόρτα… βγήκε… στάθηκε έξω από τo αυτοκίνητο… τριγύρω ερημιά… κρανίου τόπος, ούτε πουλί πετάμενο… και δεν ήταν μόνο αυτό: έπιασε να βρέχει…
Ο Νικηφόρος ανακουφισμένος έκανε όπισθεν και απομακρύνθηκε αμέσως.
Πήρε ανάστροφα το χωματόδρομο ψάχνοντας την άσφαλτο.  Και τη βρήκε.
Όμως καθώς έφτανε, ένα άλλο αυτοκίνητο τού έκοψε το δρόμο. Ένα μεγάλο μαύρο τζιπ. Πήδηξε από μέσα ένας άντρας και τον πλησίασε αδιαφορώντας για τη βροχή που ράπιζε τους πάντες και τα πάντα:
-Είδες μια γυναίκα στο δρόμο;
Ο άντρας ήταν αγριεμένος, με τις γροθιές σφιγμένες, με πλάτες θηριώδεις.
Δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη ο Νικηφόρος. Το στόμα του έβγαζε μια αδειανή ηχώ.
Ο άντρας τον τράβηξε έξω κακήν κακώς:
-Λέγε! Πού είναι;
Ο πανικός του Νικηφόρου είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Σε σημείο που να κοντεύει να μετατραπεί ίσως σε θάρρος.
Ο άλλος τον άρπαξε από το λαιμό:
-Θα σε τσακίσω ρε! Πού είναι;
Ταρακούνησε συθέμελα το Νικηφόρο σαν αχυρένια κούκλα. Εκείνος ενώ η μέγγενη τον έσφιγγε, σκέφτηκε ότι μια καλή λύση θα ήταν να γίνει αόρατος. Ο Νικηφόρος γινόταν αόρατος κλείνοντας τα μάτια, από παιδάκι ήταν ο τρόπος του αυτός για να δραπετεύει όταν τον έδερνε ο πατέρας του.
Όμως δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται:
Tα κλειστά μάτια σε οδηγούν πάνω σε μια απέραντη παγωμένη λίμνη. Σε αυτήν τη λίμνη, διατρέχεις τον κίνδυνο να ραγίσει ο πάγος και να σε καταπιούν τα σκοτεινά νερά, γιατί οι επιθυμίες σκοτώνουν, σκοτώνουν, και καλύτερα να μην έχεις καθόλου επιθυμίες, ίσως έτσι κρατήσουν τα εύθραυστα σύνορα ανάμεσα στον πάνω και τον κάτω εαυτό. Ίσως.

Η μέθοδος με τα κλειστά μάτια αποδείχτηκε αποτελεσματική: το θηρίο δίστασε, παράτησε το Νικηφόρο, έσπευσε στο τζιπ και εξαφανίστηκε.
Ο Νικηφόρος σωριάστηκε κάτω φαρδύς πλατύς μες στις λάσπες… πήρε λυτρωτική ανάσα απεγνωσμένη… με το βλέμμα απλανές, με όλο το κορμί μουδιασμένο, έμεινε έτσι…
Μα ήταν πραγματικότητα όλα αυτά; Μήπως έβλεπε ένα μακάβριο όνειρο;
Ριγμένο στη λασπωμένη Γη του Κανενός, τον κατέκλυσε η νοσταλγία για λίγη τηλεόραση. Και για κατάδυση στα έγκατα του κρεβατιού του.
Οι πυκνές βελόνες της βροχής τον τρυπούσαν.
Πήρε να σουρουπώνει.

Κάποια στιγμή ένιωσε πάνω του ένα χέρι… το χέρι τον έπιασε από το μπράτσο και τον ανασήκωσε… ο Νικηφόρος στερεώθηκε στα πόδια του με μεγάλη δυσκολία… μετά, το ίδιο εκείνο χέρι τού σκούπισε το πρόσωπο από τις λάσπες… η καστανόξανθη γυναίκα με το σκισμένο χείλι τον στήριξε στον ώμο της… σιγά σιγά τον πήγε προς το αυτοκίνητο… τον έβαλε μέσα… ήταν μουσκίδι, έτρεμε σύγκορμος.
Μπήκε κι εκείνη, στη θέση του οδηγού.
Στριφογύρισε τον λεβιέ, έκανε μια μανούβρα και, φύγανε.

Τα φώτα λαμπυρίζανε πάνω στο μουσκεμένο οδόστρωμα. Οι υαλοκαθαριστήρες πηγαινοέρχονταν ρυθμικά.
Ο Νικηφόρος απότομα θυμήθηκε τι είχε να κάνει εκείνη τη φοβερή μέρα. Το θυμήθηκε. Η γυναίκα δίπλα του οδηγούσε σιωπηλή. Στράφηκε προς το μέρος της. Ποιο να ήταν άραγε το όνομά της;

*Ως μουσική υπόκρουση του αναγνώσματος προτείνεται το «Formidable» του Stromae.

Μοιραστείτε:  

Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν».  Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.