Το δέντρο που περπάταγε

Δεν έπρεπε να την πάρει τηλέφωνο. Σε καμία περίπτωση. Έκανε μερικά άσκοπα βήματα μέσα στο σπίτι. Το στόμα του ήταν θεόπικρο. Δάγκωσε ένα μουχλιασμένο νταïτζέστιβ προπέρσινο. Έστριψε τσιγάρο. To κάπνισε μονοκοπανιά. Και την πήρε:
-Μαργαρίτα… Είσαι… στη Χαλκίδα;
-Ναι.
-…Θέλω να… θέλω να σε δω…
-Δε γίνεται.
-Έστω για λίγο…
-Πρέπει να κλείσω.
Και έκλεισε.
Ήταν ένα από αυτά τα κυριακάτικα πρωινά της Αθήνας τα τελείως βλαμμένα. Πήγε προς το παράθυρο, το άνοιξε και ξεπρόβαλε το κεφάλι του: έτσι κι έτσι ο καιρός.
Μετά έκανε και άλλο ένα πράγμα που δεν έπρεπε να κάνει.

Εικονογράφηση: Σοφία Μυλωνά

Εικονογράφηση: Σοφία Μυλωνά

Βγήκε από την πολυκατοικία και μπήκε στο αυτοκίνητο.
Διέσχισε όλη τη σκληρή ασκήμια της Αχαρνών, μέτρο το μέτρο όλες τις διαβαθμίσεις της δυστυχίας μέχρι την πλατεία Βάθης. Έφτασε στα διόδια. Εκεί έβαλε τους υαλοκαθαριστήρες να πηγαινοέρχονται γιατί έπισσε βροχή.
Προσπάθησε να σκεφτεί κάτι. Τι όμως;
Την ξανακάλεσε:
-Μαργαρίτα…
-Άκου Χριστόφορε, είμαι ευτυχισμένη, πολύ ευτυχισμένη με τον άντρα μου. Καταλαβαίνεις;
-Μα δεν… δεν σου ζητάω τίποτα… μόνο να …
-Σε παρακαλώ. Μπορούμε να το λήξουμε το θέμα;
Μετά τα διόδια δεν πρόσεξε την έξοδο για Χαλκίδα και συνέχισε ευθεία. Το ράδιο έπαιζε το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου»: άλλαξε σταθμό.

Τη Μαργαρίτα την είχε γνωρίσει πρόσφατα σε μια έκθεση ζωγραφικής: ήταν η ζωγράφος.
Ο Χριστόφορος είχε πεταχτεί μια βόλτα στη Χαλκίδα, και καθώς περνοδιάβαινε στην παραλία, μπήκε -οδηγημένος από ένα ίσως εσφαλμένο πεπρωμένο- στο ισόγειο του δημαρχείου. Στην έκθεση ζωγραφικής που λέγαμε πριν.
Δεν ήταν κανείς άλλος πλην της ζωγράφου μέσα στην αίθουσα, εκείνη την ώρα. Την κοίταξε στα κλεφτά και πρόλαβε να παρατηρήσει ότι έμοιαζε με μεγάλο πολύχρωμο πτηνό: βυσσινί λοφίο, γκλίτερ δαμασκηνί ράμφος, πιτσιλωτά νύχια. Mετρίας ομορφιάς και συμβατικού σωματότυπου, μα είχε την ιδιαίτερη ελκυστικότητα και τα ηλεκτρικά μάτια των γυναικών που ενδιαφέρονται για τους άντρες. Τα δάχτυλά της ήταν φορτωμένα με ένα σωρό δαχτυλίδια και τα αυτιά της με κάτι τεράστιες σκουλαρικάρες.
Της γύρισε την πλάτη για να χαζέψει τους πίνακες. Η ζωγράφος τον πλησίασε σχεδόν αθόρυβη -ακούστηκε μόνο το θρόισμα του φορέματός της:
-Σου αρέσουν;
-Τι να πω… Αυτά τα κομμένα φρούτα συμβολίζουν κάτι;
-Χμ. Είμαστε λίγο αδαείς ε; Τα κομμένα φρούτα τα λένε «νεκρή φύση».
Εκείνος σκέφτηκε μια εξυπνάδα, ότι δηλαδή, προτιμούσε τη ζωντανή φύση, αλλά ευτυχώς δεν της το είπε.
Έκλεισαν ραντεβού το βράδυ στο Mπόγκαρτ, ήπιαν, κυρίως εκείνη, και φιλήθηκαν. Μετά πήγαν σε ένα ξενοδοχείο. Οι έρωτες των ξενοδοχείων δεν είναι και τόσο ειδυλλιακοί αλλά, όσο και να εθελοτυφλεί κανείς, υπάρχει και η μη ρομαντική πλευρά του φεγγαριού.
Η Μαργαρίτα ήταν καταρτισμένη ως προς το αντίπαλο κορμί και έδινε και πολλές οδηγίες: πού να τη χαïδέψεις και πώς και γιατί, σαν βιωματικό σεμινάριο, αλλά όχι δυσάρεστο, ίσα ίσα πολύ πλακαδόρικο. Από την άλλη ο Χριστόφορος είχε το χαρακτηριστικό να είναι ευγνώμων εραστής, διεξοδικός και τελετουργικός. Εν πάση περιπτώσει κόλλαγαν καλά.
Έτσι ο Χριστόφορος, ενώ ήξερε από πείρας ότι οι ευτυχισμένες στιγμές δεν έχουν και τόσο μεγάλη διάρκεια, πίστεψε πως την είχε κατακτήσει για πάντα.

Όταν κατάλαβε πώς είχε πάρει λάθος δρόμο, έφτανε πια στη Θήβα. Χαμογέλασε πικρά και έστριψε. Aπό το ράδιο ακουγόταν το «Οn the road again» των Canned Heat: καλό, ζόρικο.
Ύστερα από λίγο είδε ότι δεν ταξίδευε μόνος: πίσω, δεμένος με τη ζώνη ασφαλείας, βρισκόταν ο εαυτός του σε παιδική ηλικία.
Στράφηκε, αλλά όχι και τόσο ξαφνιασμένος όσο θα ήταν λογικό.
Ο μικρός Χριστοφοράκος τού έκανε παρατήρηση:
-Δεν γυρνάς καλύτερα μπροστά σου; Θα φάμε τα μούτρα μας…
-Ναι, ναι, συγνώμη…

Κύλησε λίγη σιωπή, ο μεγάλος Χριστόφορος συγκεντρώθηκε –τρόπος του λέγειν «συγκεντρώθηκε»- στο οδήγημα. Ώσπου απευθύνθηκε στο παιδί:
-Τι ομάδα είσαι;
-Πανθρακικός.
-Πανθρα… έχει σχέση με άνθρακες; Το σχολείο πώς πάει;
-Ψιλοκαλά. Όμως τα άλλα παιδιά δε μ’  αγαπάνε.
-Αλήθεια; Γιατί;
-Τα ρούχα που φοράω είναι μεγάλο νούμερο. Απ΄ τα ξαδέλφια μου.
– Ω λυπάμαι.
-Σιγά το πράμα. Άμα οι άλλοι δε θέλουν να με αγαπήσουν, ας μη θέλουν.
-Σωστά.
-Έμαθα την προπαίδεια του τρία, να στην πω;
-Ναι, αμέ.
-Δύο οι τρεις έξι, τρεις τρεις εννιά, τρεις οι τέσσερις…
Ξαφνικά χτύπησε το κινητό. Παραλίγο να του φύγει το τιμόνι από τα χέρια. Η μούρη του αυτοκινήτου έξυσε τη μεσαία μπάρα. Με μεγάλη ένταση μάζεψε το όχημα και το έφερε στην άκρη. Τα θυμωμένα κορναρίσματα των άλλων του τρύπησαν τα τύμπανα, θα σκοτωνόταν, αν και το’ ξερε από την αρχή ότι αυτό το ταξίδι προβλεπόταν επικίνδυνο.
Πάτησε τα κουμπιά σωρηδόν, μα στο τηλέφωνο δεν ήταν η Μαργαρίτα. Ήταν μια προσφορά για φίλτρα νερού ή κάτι τέτοιο. Πήρε το κινητό όπως όπως και το εκσφενδόνισε έξω από το παράθυρο, στα χωράφια. «Πολύ ευτυχισμένη με τον άντρα μου»: Φυσικά, πανευτυχέστατη. Eυτυχία με τη σέσουλα, να φάνε κι οι κότες, ευτυχία να σου τρέχει απ’ τα μπατζάκια, ζήτω, γιούχου, νυν και αεί ευτυχία επικυρωμένη και προσυμφωνημένη. Πώς όχι.

Στο Σχηματάρι συνάντησε κατολίσθηση. Η τροχαία σιγά σιγά έδιωχνε τα αυτοκίνητα προς μια παράκαμψη στου διαόλου τη μάνα.
Άγνωστο πώς, κατέληξε στο Οντάθι. Εκεί είχε πλημμυρίσει ένα ποτάμι. (Τι ποτάμι… Δεν υπάρχει κανένα ποτάμι στο Οντάθι.)
Εντωμεταξύ χάθηκε σε έναν συφοριασμένο χωματόδρομο με γκρεμούς, το σαράβαλο χοροπήδαγε στις λακούβες, του φεύγανε οι εξατμίσεις και τα καπώ.
Δεν έβρεχε πια παρόλο που οι υαλοκαθαριστήρες συνέχιζαν το περά δώθε τους. Ο μικρός Χριστόφορος γκρίνιαξε πώς ήθελε πιπί του. Σταμάτησαν και βγήκαν έξω. Κατευθύνθηκαν προς ένα δέντρο. Μύριζε μια ωραία χωματίλα, ο ορίζοντας είχε καθαρίσει και τα φύλλα λαμποκοπούσαν. Μια μεταξένια απαλότητα απλωνόταν παντού, σαν πίνακας του Βαν Γκογκ. Το παιδί βάλθηκε να τρέχει λες και ήταν συνεννοημένο, χώθηκε στην κουφάλα του δέντρου που δεν ήταν ακριβώς κουφάλα, πιο πολύ έμοιαζε με μυστική πόρτα, και ξαναβγήκε αλλά δεν ήταν το ίδιο, είχε αλλάξει. Συγκεκριμένα, δεν έπλεε πια μέσα στα ρούχα των άλλων, παρά φόραγε ένα πορτοκαλί κιμονό που του ταίριαζε μια χαρά.
Μια αλλόκοτη έκτη αίσθηση κατέκλυσε τον μεγάλο Χριστόφορο: εκείνη εκεί η ερημιά κάπως σαν να ήταν η Άκρη της Οικουμένης και το δέντρο στη μέση του λιβαδιού, ο Στυλοβάτης του Σύμπαντος. Ο Χριστόφορος στεκόταν ακριβώς πάνω στα σύνορα που χώριζαν την εξωτερική πραγματικότητα από την εσωτερική αλήθεια του, μπορούσε επιτέλους να τα ξεδιακρίνει,  ενώ ο χρόνος είχε πυκνώσει πολύ, κάθε ξεχωριστό λεπτό ισοδυναμούσε με έξι μήνες και βάλε, κάθε στιγμή ανάλωνε δυσανάλογα μεγάλη ποσότητα ζωής.
Αγκαλιάστηκαν και χαιρετίστηκαν σαν παλιοί φίλοι απ΄ το στρατό με το δέντρο, το οποίο τους ξεπροβόδισε μέχρι την άκρη του δρόμου. Μπήκαν στο αυτοκίνητο, έβαλε μπρος ο Χριστόφορος και άρχιζε πια να φαίνεται η Μεγάλη Κρεμαστή Γέφυρα.
Ωστόσο, την είχαν αποκλεισμένη οι αγρότες με πιτουρόμπαλες. Χρειαζόταν να πάει γύρω γύρω. Γύρω γύρω τα αυτοκίνητα είχαν γίνει σαρδέλες, δεν πέρναγε ούτε ρουθούνι, φρακαρισμένος ο Καράμπαμπας, τίποτα, πουθενά να σταθείς, γρουσουζιά μεγάλη, τυραννία, πέρασε σημειωτόν την Παλιά Γέφυρα που έτριζε και μουγκάνιζε σαν ιπποπόταμος, κατάφερε να πατήσει Εύβοια, την τύφλα του κατάφερε, ο αιώνιος άχρηστος, δεν έβρισκε να παρκάρει, δεν ήξερε πού έπρεπε να πάει και τι να κάνει, πού να πας και τι να κάνεις σε αυτήν την άστοργη Γη της Επαγγελίας, πώς να πείσεις τους άλλους να σε αγαπήσουν, άμα δε θέλουν δε θέλουν…
Τον έβγαλε από τη δύσκολη θέση ο μικρός Χριστοφοράκος:
-Μου λες μια ιστορία;
-Ιστορία; Τώρα; Καλά. Λοιπόν… Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα δέντρο που περπάταγε…
-Πώς το λέγανε;
-Ποιο;
-Το δέντρο ντε…
-Α… το λέγανε… κάτσε να δεις πώς το λέγανε… ναι… «Ποτέ Ξανά»…
-Και ύστερα τι έγινε;
-Προτιμάς καλό τέλος ή κακό;
-Καλό καλό. Όμως μπορεί ένα καλό τέλος να βγει κακό, ενώ ένα κακό τέλος μπορεί να είναι πάρα πολύ εντάξει. Ποτέ δεν ξέρεις.
Είχε δίκιο ο πιτσιρικάς. Στη Σχολή Πεζικού ο Χριστόφορος έκανε αναστροφή (απαγορεύεται). Απέναντι ο ήλιος σουρούπωνε βαθύκροκος. Το αυτοκίνητο πήρε ρότα ξανά προς Αθήνα, αποχαιρετώντας -μάλλον για πάντα- τα πολύχρωμα πουλιά της Χαλκίδας.

Μοιραστείτε:  

Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν».  Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.