Το από μηχανής θήλυ

O φαροφύλακας πετάχτηκε μες τα άγρια χαράματα, κάθιδρος, ξυπνημένος από μια αλλόκοτη έκτη αίσθηση. Ο ανεμοδείκτης έδειχνε νοτιοδυτικό δεμένο μαΐστρο. Παραλίγο να του ‘ρθει κόλπος: είδε στα πέντε μέτρα, στη θάλασσα, μια λιγνόκορμη γυναίκα να καταφθάνει πάνω σε μια μισοδιαλυμένη σχεδία.

Το από μηχανής θήλυΒάζω το γαλάζιο μου φόρεμα. Είμαι ήρεμη, γαλήνια. Είμαι θεά. Θεά του αλμυρού υγρού στοιχείου και προστάτιδα αυτού.

Η σχεδία, σερνάμενη από τα ρεύματα, έπιασε τον κάβο του φάρου, ο φαροφύλακας άπλωσε το χέρι του στη ναυαγό, και την τράβηξε πάνω, τη βόηθησε να πατήσει στο μώλο. Ήταν χλωμή κατάχλωμη και έτρεμε, μουσκίδι.
Της έτριψε τα χέρια και την πλάτη, τη στήριξε στον ώμο του και την οδήγησε αμέσως στην κάμαρή του. Της άφησε μερικά ρούχα να αλλάξει, το πάνω μέρος της στολής του -δεν το φόραγε ποτέ, ήταν ανέγγιχτο- το παντελόνι της στολής όμως το ‘χε χαμένο, μια φορά του το πήρε ο αέρας, αντ’ αυτού της έδωσε ένα παλιό του τζην λεκιασμένο με ορυκτέλαια από τη γεννήτρια του φάρου -δυστυχώς δεν είχε άλλο.
Βγήκε διακριτικά για να την αφήσει να ξαπλώσει λίγο, να ξαποστάσει με την ησυχία της.
Από τη σχεδία μάζεψε διάφορα χαρτιά, ένα μουσκεμένο μπλοκάκι, το λάπτοπ μάλλον ήταν για πέταμα.
Άπλωσε τα μουλιασμένα ποιήματα να στεγνώσουν στο λαμπερό ήλιο εκείνου του ανέλπιστου πρωινού. Μερικά τα έκρυψε στην τσέπη του πουκαμίσου του.
Κρέμασε με μανταλάκι και το σκληρό δίσκο του λάπτοπ.

Κόρη, εγώ, του Αιθέρα και της Ημέρας. Οι γονείς μου -ήταν αδέρφια- συνδεδεμένα με την ευτυχία, αντίθετα με τους γονείς τους, τη Νύχτα και το Έρεβος, που συνδέονταν με τη δυστυχία. Εγώ τα κληρονόμησα όλα εξίσου -και την ευτυχία και τη δυστυχία.

Η ποιήτρια, αργοβάδιστη, βγήκε από την κάμαρη, φόραγε ένα άσπρο απαστράπτον σακάκι του λιμενικού με χρυσά κουμπιά και γαλόνια, ενώ αποκάτω ένα τρύπιο μουτζουρωμένο τζην.
Ο φαροφύλακας πισωπάτησε θαμπωμένος από τη μαρμαρυγή και το φωσφoρισμό της. Tης πήγαιναν πολύ τα ρούχα του.

Πάγοι έλιωναν μέσα μου, στις φλέβες μου κυλούσαν ψάρια, αστερίες τρύπωναν στα πόδια μου, φύκια μου χάιδευαν τα μάγουλα.

Θεώρησε κατάλληλη τη στιγμή να της βαρέσει πεντέξι προσοχές:
-Ευπειθώς αναφέρω, δόκιμος υποκελευστής Χριστόφορος Μαριάμπας του Nάγκελ και της Φιγιέτ, φαροφύλαξ τριετούς ανακατατάξεως, φουντσιονάριος του φάρου «Κακή Κεφαλή Χαλκίδος»!
Εκείνη τον κοίταξε κάπως σαστισμένη, ενώ έβγαζε από το μαλλιά της κάτι ξεραμένα φύκια…

Αρχίζει να ψιχαλίζει (σταγόνες, λέξεις, έρωτες). Τα δάκρυα μου δεν φαίνονται ποτέ, αλλά υπάρχουν. Παραμένω πάντα αλμυρή. Το αλάτι με τρώει.

Μετά τη ρώτησε αν ήθελε να της φκιάξει κάτι, τσάι, καφέ, ξέρω ‘γώ. Εκείνη του ζήτησε έναν ελληνικό, ναι και όχι.
Ο Χριστόφορος έσπευσε στο καμινέτο, έβαλε τον καφέ να γίνεται και πήρε να διαβάζει ένα από τα ποιήματα που είχε σουφρώσει.

Στη χώρα των Λωτοφάγων βασιλεύει ένα ηλίθιο και στείρο τέρας, ο πρίγκιψ Χαμερπής Αλλαντάλλων. Αυτός μαζί με το σινάφι του ακολουθεί κατά γράμμα το νόμο των απανταχού τυράννων: «αν υποτάξεις μιαν ελεύθερη πολιτεία και δεν την καταστρέψεις, τότε θα σε καταστρέψει εκείνη».

Ο καφές φούσκωσε, του χύθηκε όλος έξω.
Έφκιαξε άλλον.
Της είπε:
-Συγνώμη αξιότιμη μαντάμ, με την άδειά σας, θα πρέπει να σας αφήσω για δέκα λεπτά μόνη αν μου επιτρέπετε, το οποίον είμαι υπόχρεoς ενός επείγοντος υπηρεσιακού καθήκοντος.
Το επείγον καθήκον ήταν ότι κάθε πρωί στις οχτώ τάιζε τα χελιδονόψαρα στο ντοκ του φάρου, ψίχουλα και ό,τι άλλο περισσευούμενο. Τα ψαράκια ήταν μαθημένα και κάθε τέτοια ώρα σάλταραν εκεί μπροστά.
Κατόπιν ήρθανε επίσκεψη κάτι φίλοι του γλάροι, μαντατοφόροι του έξω κόσμου. Σήμερα όμως δεν ευκαιρούσε καθόλου.

Θα φουρτουνιάσω, θα ανταριάσω, θα προκαλέσω δίνες και ναυάγια. Θα θρυμματίσω βράχια. Θα ακούγομαι από μακριά αγριεμένη.

Γυρνώντας στην ποιήτρια, τη βρήκε αγκυροβολημένη σε μια ψάθινη, βουλιαγμένη καρέκλα: τον άστραψε και τον βρόντηξε το πιο υπέροχο, ίσως, γυναικείο σταυροπόδι που είχε δει ποτέ.
Της είπε:
-Παρακαλώ, θα είχατε την καλοσύνη να μου διευκρινίσετε πόθεν αριβάρατε, πού και πότε έλαβε χώραν το ναυάγιο, ώστε να διαβιβάσω ραπόρτο στην εφεδράντζα του λιμεναρχείου;
Η ποιήτρια αντιφώνησε:
-Κύριε ανθυποτέτοιε μου, δεν είμαι ναυαγός…!
-Και… -με όλο το θάρρος- τι είστε;
-Είμαι η Nικόλ Καββαδία, μαρκόνισσα του τάνκερ «Πασιφάη». Διασχίζαμε τον πορθμό του Ευρίπου, και σκέφτηκα να ακοστάρω για κανά δυο μέρες, ή και μήνες, ή και χρόνια, εξαρτάται.
-Χμ, ναι βέβαια, όπως επιθυμείτε, μετά χαράς…
Ο Χριστόφορος μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε ότι ο ομφαλός της γης ήταν o σιωπηλός και μοναχικός φάρος του. Τώρα καταλάβαινε πως το κέντρο του κόσμου ήταν ετούτη εδώ η γυναίκα. Ετούτο εδώ το θήλυ ήταν η Ανυπότακτη Ελεύθερη Πολιτεία.

Οι κεραυνοί πάνω μου με φωτίζουν και με καίνε. Η βροχή με πλημμυρίζει. Τα ποτάμια καταλήγουν μέσα μου.

Μετά ο φαροφύλακας σκέφτηκε ότι, ωστόσο, ήταν κάπως παράξενο το πράμα: παρεκτός κάτι ψαροκάικα, σιγά μην περνάγανε και αεροπλανοφόρα του έκτου στόλου από το στενό του Ευρίπου, δε χώραγε καν τάνκερ. Λίγο ανεμόσουρδη η φάση, δεν είχε ξανασυμβεί ποτέ. Όμως δεν έδωσε και τόση σημασία. Είχε αλλού το μυαλό του αγκιστρωμένο…

Και ύστερα θα έρθουν οι αλκυονίδες μέρες. Οι αλκυόνες θα πετάνε στα ψηλά βράχια να βρουν θέση για την φωλιά τους.

Εξάλλου, καθώς για μια στιγμή απόστρεψε πέρα στον ορίζοντα -όπως το ‘χε συνήθειο- την κεφαλή του, είδε στο βόρειο μυχό, ανοιχτά της Αρτάκης, να περνάει ένα καράβι με γυάλινα πανιά, αλλά και το αστρόπλοιο Εντερπράιζ σε χαμηλή επιθαλάσσια πτήση, καθώς και το τρένο των εννιάμιση πάνω σε κυματιστές ράγες.
Και πάλι δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Έτρεξε μέσα να τηγανίσει καμιά κουτσομούρα, η ποιήτρια – μαρκόνισσα σίγουρα θα πείναγε…

Ονειρεύτηκα πως ήμουν θάλασσα.
Ναι, θάλασσα.
Και πιο πολύ από θάλασσα.
Ωκεανός.

* «Αν υποτάξεις μιαν ελεύθερη πολιτεία και δεν την καταστρέψεις, τότε θα σε καταστρέψει εκείνη»: συμβουλή του Μακιαβέλλι προς δικτάτορες και πάσης φύσεως ολιγαρχίες.
* «Νάγκελ, Φιγιέτ»: ήρωες του Νίκου Δ. Τριανταφυλλόπουλου, από το διήγημά του «Το φάντασμα του ποιητή».
* Ως μουσική συνοδεία του αναγνώσματος προτείνεται το μελοποιημένο ποίημα του Νίκου Καββαδία «Γυναίκα». Επίσης, οπωσδήποτε το «Shorepoem» του Martyn Bates.
Μοιραστείτε:  

Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν».  Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.