Μισιρλού εν Χαλκίδι

Mεσημεράκι στο Ρεξ. Κάθεται στα καλά καθούμενα o πρώτος τυχόντας χαρακτήρας διηγήματος, ο Χριστόφορος, και χαζεύει τους γλάρους: σοφά και αλληλέγγυα πουλιά, ο χειμώνας δεν τα διώχνει μακριά. Ω ανάθεμα, γκαντέμικο πεπρωμένο! Aκριβώς αυτή τη στιγμή, από όλες τις εκατομμύρια γυναίκες της Χαλκίδας, έρχεται και αγκυροβολεί δίπλα του εκείνη. Εκείνη, καταλαβαίνεις; H Μαρία. Oλόφωτο κρουαζιερόπλοιο σε θεοσκότεινο ωκεανό. H Mαρία. Αδελφή της Παλίρροιας και ξαδέλφη της Πανσέληνου. (Ο Χριστόφορος με το σουγιαδάκι του είχε σκαλισμένο το όνομά της σε όλους τους κορμούς δέντρων, σε όλα τα παγκάκια της πόλης, σε όλους τους τοίχους, οπουδήποτε.)

Για να πούμε και του στραβού το δίκιο, δείχνει πολύ πιο όμορφη -θεοκόμματος- από παλιά, τότε που νταραβεριζόταν με το Χριστόφορο και τα ‘χανε για ένα διάστημα.
Συνοδεύεται από το σύζυγό της και ένα αγοράκι ίσαμε πεντέξι χρονώ, συν ένα άλλο κουτσούβελο, μωρό στο καροτσάκι, ανεξακρίβωτου φύλου.
Ο Χριστόφορος, σαστισμένος, στυλώνει τα μάτια επάνω της. Εκείνη όχι ότι δεν τον κοίταξε, τον κοίταξε. Αλλά όπως κοιτάμε ένα βυτιοφόρο, ή τα φανάρια στη γέφυρα.
Η γοητεία της, ραδιενεργό αρωματισμένο σύννεφο, έρχεται να του τσακίσει τα ήπατα, τον παραλύει σα μαριονέτα με κομμένα νήματα. Έτσι δεν καταφέρνει να πάρει τον κώλο του και να φύγει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από κει.
Στο μεταξύ, αμολάνε το νήπιό τους μπροστά στο Σπίτι Με Τα Αγάλματα.
Αυτό κάθε τόσο έρχεται να παραπονεθεί μια γιατί τα άλλα παιδιά τού σκάσανε τη μπάλα, μια γιατί δεν το παίζουνε, μια γιατί το είπανε μπουχέσα.
Το άλλο μωρό τους κοιμάται μακάριο, ανύποπτο για το φοβερό -τύφλα να ‘χει ο Αισχύλος- δράμα που εξελίσσεται εκείνη τη στιγμή ανάμεσα στη μαμά του και τον πρώην της, ο οποίος πρώην πολύ θα ήθελε να είναι νυν (και αεί, εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν).
(Και το Χριστόφορο, όταν ήταν μικρός, δεν τον παίζανε τα άλλα παιδάκια. Και μετά στην εφηβεία δεν τον καλούσαν στα πάρτι. Και καμιά συμμαθήτριά του δε γύρισε να τον κοιτάξει ποτέ. Γιατί φόραγε κάτι τριμμένα παλιόρουχα και ήταν χλεμπονιάρης σαν εβραίος του Άουσβιτς. Όποιος δεν το έχει ζήσει, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει να μη σε καλούνε στα πάρτι. Είναι μια από τις εφτά βασικές ανθρώπινες τραγωδίες. Η αμέσως προηγούμενη είναι να σου έρθει στο κεφάλι μαρμαρόπλακα από τον τέταρτο όροφο, ή να σου πέσει το κινητό στα νερά.)
Ο σύζυγος είναι και γαμώ τους συζύγους. Πολύ βαρυπεπονάτος. Με τις σακακιές του, τις καμπαρντινιές του, έχει όλα του τα δόντια και αποπνέει ένα πράμα, μια αντρίλα, μια ασφάλεια.
Ζήλεια τρομερή τινάζεται και δαγκώνει σαν κόμπρα την καρδιά του Χριστόφορου. Είναι μια ζήλεια που -στ’ ορκίζομαι- δε θα ήθελες καθόλου να τη δεις στον καθρέφτη, αδερφέ μου, ούτε στο χειρότερο εχθρό μου δε θα το ευχόμουν. Για να ξεγλιστρήσει από αυτή τη φρικώδη μέδουσα, προσπαθεί να σκεφτεί τη Μαρία και καλά δυστυχισμένη, φυλακισμένη μέσα στο στερεότυπο της αφοσιωμένης συζύγου και τα λοιπά και τα λοιπά.
Τρίχες. Εντάξει, δε θέλω να πάω κόντρα στον πρωταγωνιστή μου, αλλά η Μαρία δε δείχνει καθόλου δυστυχής, μα καθόλου σου λέω. Αέρινη σαν γκέισα, αγέρωχη σαν πράκτωρ του FBI, φαίνεται μια χαρά, του κουτιού.
– Κόψε τις προβολές, πάψε να διαχέεις την εικόνα σου πάνω στους άλλους! Άκουσέ με! Μου οφείλεις έναν άλφα σεβασμό, τι διάολο, είμαι ο συγγραφέας σου, γαμώ το συγγραφηλίκι μου μέσα! Πρέπει να σε ανακουφίσω από τις εμμονές σου, να σε προστατέψω από τις αποτυχίες σου, να σου χαρίσω σιωπή και εγκαρτέρηση!
Δε με υπακούει ο βλαμμένος ο πρωταγωνιστής μου πια. Δεν ακολουθεί τις οδηγίες μου. Υποφέρει την έσχατη αντρική κ ακομοιριά να θες μια γυναίκα που δε σε θέλει, ή -ακόμα χειρότερo- να φαντασιώνεσαι έναν εαυτό που δεν είσαι, γελοίος κλαψομούρης, χωρίς αξιοπρέπεια, χωρίς τιμή, κατακάθι της κενωνίας, βάρος της γης. Και τι να κάνω εγώ τώρα; Να σηκωθώ από το πληκτρολόγιο, από το ωραίο μου καβούκι, από το ερμητικά κλειδωμένο σώμα μου, και να τρέξω στο Ρεξ να τον αρπάξω από το γιακά;
Όμως δε θέλω να ανακατεύομαι στις ιστορίες των ηρώων μου, γιατί μετά τρώω εγώ τη χλαπάτσα στη μούρη, φορτώνομαι τις πληγές τους όλες.
Άσε που παραμονεύει ο κίνδυνος να ερωτευτώ και γω τη Μαρία, από πραγματικός άνθρωπος να μετατραπώ σε χαρακτήρα διηγήματος, καταλαβαίνεις; Φοβάμαι, φοβάμαι πολύ …
-Ο αρχέγονος πόνος είναι το ναρκωτικό σου. Γιατί τον αποζητάς; Γιατί επιστρέφεις πάντα εκεί;
Και το βλακωδέστερο είναι ότι θέλει να πάει να της μιλήσει της Μαρίας, αυτός ο τζερεμές, η μετεμψύχωση του Κουασιμόδου! Νιώθει επιτακτική την ανάγκη να της μιλήσει! Να της πει τι; Σε ποιον κώδικα, σε ποια γλώσσα;
Η Μαρία δεν τον χρειάζεται, τής είναι περιττός, τον έχει χεσμένο, πώς αλλιώς να το πω, έχει τα πράγματά της, τη ζωή της, δεν είναι ώρα για τρέχα γύρευε τι ιστορίες, η χώρα όλο και διαλύεται, οι άνθρωποι συνεχίζουν να βλέπουν ειδήσεις στην τηλεόραση, δε διαμαρτύρονται καν πια, κλάταραν, τα ‘παιξαν. Να πει τι, ποιος και σε ποιον; («Μαρία, φίλα με μία φορά και μετά άφησέ με να πεθάνω μέσα στο άγνωστο πλήθος… Μαρία, o ήλιος έσβησε, σβηστήκανε τα φεγγάρια τα αστέρια οι μετεωρίτες οι πυγολαμπίδες οι φανοστάτες και κάηκε και η λάμπα του διαδρόμου… το συρτάρι μου γέμισε μονές κάλτσες, Μαρία. Αντίο, αντίο για πάντα, Μαρία…»)
Πήρε να σουρουπώνει. Όλα τα τραπέζια είχαν από ώρα αδειάσει. Ο Χριστόφορος υπέγραψε προσωρινή εκεχειρία με τον εαυτό του και σηκώθηκε να πάει σπίτι. Έστριψε προς Κακαρά, πέρασε έξω από το «Πολύμορφο», σκέφτηκε να πει μια καλησπέρα στον Μπάμπη, αλλά τελευταία στιγμή το μετάνιωσε και συνέχισε για Νεάπολη.
Μουτζουρωμένοι τοίχοι και ξεχαρβαλωμένα πεζοδρόμια.
Βάδιζε με τα χέρια στις τσέπες.
Κάποιος είχε χυμένα τα σκουπίδια έξω από τον κάδο.
Τότε είδε να προχωράει μπροστά του εκείνο το κοντούλικο αδύνατο κορίτσι.
Εκείνο το κορίτσι.
Στο στενό, λερό πεζοδρόμιο.
Την έβλεπε συχνά, έμενε στην απέναντι πολυκατοικία. Κάθε πρωί έτρεχε ακροβατώντας αδέξια πάνω στις γδαρμένες γόβες της να προλάβει το λεωφορείο για τη δουλειά.
Δούλευε σε μια ασφαλιστική εταιρεία, τέρμα Χαïνά.
Ήταν από τις γυναίκες που δεν τους ρίχνεις δεύτερη ματιά. Ένα λεπτό μωβ λουλουδάκι φυτρωμένο στη σχισμή του τσιμέντου.
Έβγαλε τα χέρια από τις τσέπες και άνοιξε το βήμα του για να τη προφτάσει.
Τη βοήθησε να κουβαλήσει τις σακούλες με τα ψώνια του σούπερ μάρκετ.
Στην είσοδο της πολυκατοικίας της εκείνη κοντοστάθηκε και του χαμογέλασε.
Δεν ήταν ούτε ολόφωτη ούτε τίποτα, αλλά του χαμογέλασε.
Από κάποιο μπαλκόνι ακουγόταν η Μισιρλού: «Μισιρλού μου η γλυκειά σου η ματιά φλόγα μού έχει ανάψει μες στην καρδιά, αχ γιαχαμπίμπι γιαλελέλι αχ, τα δυο σου χείλη στάζουνε μέλι ωιμέ…»
Μια γάτα τούς παρατηρούσε διστακτική.
Ξαφνικά όλα σιώπησαν και ο χρόνος σταμάτησε.
Το βλέμμα του Χριστόφορου αρπάχτηκε από το πάνω ξεκούμπωτο κουμπί της μπλούζας της, στη συνέχεια σκαρφάλωσε στο λαιμό της, έφτασε ασθμαίνοντας μέχρι τα χείλη της και τέλος παγιδεύτηκε στα καστανά της μάτια.
Άκουσε τη φωνή του να τη ρωτάει:
-Πώς σε λένε;
-Μαρία…

Ως μουσική υπόκρουση του αναγνώσματος προτείνεται φυσικά η «Μισιρλού» αλλά σε διασκευή του ιταλού Vinicio Capossela και βέβαια η κλασική εκδοχή από το Pulp Fiction.
Μοιραστείτε:  

Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν».  Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.