Η Επανάσταση του ’21

Όταν ξεκίνησε η Επανάσταση του 1821, εγώ ήμανε καθηγητής στο λύκειο Κανήθου. Οι κατακτητές, οι γερμανοί, είχαν κάνει κατοχή πρώτα στα σχολεία. Είχανε αγγαρέψει και κάτι μυστήριους τύπους επoνομαζόμενους «σχολικούς συμβούλους», οι οποίοι ερχόντουσταν με τα ετοιματζίδικα τα πάουερ πόιντ και μας ζαλίζανε τα αυτιά περί αξιολογήσεων και ποσοστώσεων και τράπεζών θεμάτων και ξέρω ‘γώ τι άλλο. Ευτούνοι φοράγανε χρυσά σκουλαρίκια και γούνες, και ήντουσαν και πρεπούμενοι και θεοσεβούμενοι και όσο να πεις, είχαν ένα θεσμικό ρόλο πάρα πολύ σημαντικό, όχι ό,τι κι ό,τι: ένα σχολείο χωρίς μαθητές, και χωρίς δασκάλους, ένα σχολείο χωρίς σχολείο.

Η Επανάσταση του '21, εικονογράφηση: Σοφία ΜυλωνάΜας μαζώνει το λοιπόν ο Κολοκοτρώνης στο λημέρι, στην Περικλέους Σταύρου, και μας λέγει το και το, μάγκες, πρέπει να σταματήσουμε το Δράμαλη στα Δερβενάκια, αλλιώς δε θα μείνει κολυμπηθρόξυλο όρθιο. Εγώ να μη λέγω ψέματα, δεν είμαι και κανάς γενναίος, τον γκρίνιαξα «ωρέ συ Θόδωρε, κουζουλάθηκες, πού να πάμε τριάντα νοματαίοι να τα βάλουμε με τα τανκς και τα μυδράλια;» Και σκεφτόμανε μάλιστα ότι έπρεπε να βγάλω τη φουστανέλα από τη ναφθαλίνη, και θα ‘τανε και τσαλακωμένη και τρέχα τώρα να σιδερώνεις τη φουστανέλα, δεν ξέρω αν σου ‘χει τύχει, πολύ μπελαλίδικη, γιατί έχει ένα κάρο πιέτες, σύνολο καμιά τετρακοσαριά.
Ο γερο-Θόδωρος ήταν ανένδοτος, του είχε γυρίσει το μάτι ανάποδα: φαινότανε ο άνθρωπος τελείως απηυδισμένος. Μας εξήγησε πως είχε καταλυθεί η Kοινοβουλευτική Δημοκρατία, δε λειτουργούσε ούτε βουλή ούτε τίποτις. O τρίτος πυλώνας τση Δημοκρατίας, η Δικαιοσύνη, άστα να πάνε, είχε διακτινισθεί στο επέκεινα, ούτε λόγος να γίνεται. Και στο λέγω αυτό, γιατί μερικοί ισχυρίζουνταν ότι έπρεπε να κάμουμε προσφυγή στο Συμβούλιο Τση Επικρατείας. Άντε τώρα να πείσεις τον Αθανάσιο Διάκο και τον Άρη Βελουχιώτη να παρατήσουνε τα γιαταγάνια και να το ρίξουνε στις προσφυγές… Και πες ότι τους έπεισες, τι καζάντι θα βλέπαμε; Άλλοι προτείνανε να βγάλουμε ψήφισμα διαμαρτυρίας για το ταϋπέδ -χαιρέτα μου τον πλάτανο- να το πει η τηλεόραση. Η τηλεόραση όμως ήντουνε απασχολημένη αν χώρισε η Μενεγάκη τον αγαπητικό τση, στην καλύτερη περίπτωση, γιατί συνήθως έδειχνε υπουργούς: κάτι ανασούμπαλα σούργελα, κάτι κακοσούσουμους νούλες, που οι πολίτες καθόντανε και τσι πιστεύανε, ενώ, ρε καρντάση μου, κάνανε κρα ότι ήντουσταν απίστευτοι.
Εγώ τότενες αγαπούσα μία συνάδερφος που ήντουνα πασοκτζού, τη στιγμή που δεν υπήρχε πασόκ. Θέλω να πω, αυτό είναι αξιοθαύμαστο, υπερφυσικό. Με κράζανε οι υπόλοιποι παρτιζάνοι, αλλά τι να κάμω, ήμανε επιρρεπής, το οποίον η λεγάμενη πασοκτζού όταν φόραγε τα κολλητά τση τα κολάν ήντουνα άλλο να στο μολογάω και άλλο να το γροικάς, πολύ μέγκλα, θεοκόμματος.
Οι γερμανόψυχοι είχαν βγάλει φιρμάνι να γκρεμιστεί η Αγορά τση Χαλκίδας και στη θέση τση να χτιστεί ένα Δε Μολ. Επίσης είχαν ρίξει εξασθενές χρώμιο στο νερό, αλλά οι υγειονομικές υπηρεσίες λέγανε ότι ήντουνε οκέι, εντός των ορίων. Ποιος είδε τον Οξαποδώ και δεν τον σκιάχτηκε! Δεν ξέρω αν έχεις υπόψη σου τι πα να πει εξασθενές χρώμιο, δεν είναι ανάγκη να το πιεις, μπορείς και με ένα ντουζάκι, ή ένα πλύσιμο μαρουλιού να το ενστερνιστείς, δεν τη σκαπουλέρνεις ούτε με εμφιαλωμένα, ούτε με τίποτα. Με τίποτα, Χριστέ και Παναγία μου!

Το χειρότερο απ’ όλα μωρ’ αδερφάκι μου, ήντουνα αυτή η κλοπή των λέξεων: δε μας αφήκανε μια λέξη να ‘χουμε. Έλεγες, φερ’ ειπείν, «εξορθολογισμός του κράτους», «δημοσιονομικός έλεγχος», ή «πατρίδα», ή «λαός» και γέλαγε και το παρδαλό κατσίκι. Νιέντε γλώσσα, νάδα. Άνοιγες το στόμα και δεν έβγαινε λέξη, έβγαινε μόνο ένα ξερατό, μια χλαπάτσα –με το συμπάθειο κιόλας.
Η χώρα δεν ήντουνα χώρα πια, είχε γίνει κανονική αποικία, τύφλα να ‘χει το Γαλλικό Κογκό και το Δέλτα του Νίγηρα. Οι γερμανοί είχαν εγκαταστήσει σε ούλα τα υπουργεία, αυτά τα πωσταλένε, τα τασκ φορς. Τα τσιράκια τους στο γκουβέρνο μαζί με διάφορα στελεχίδια και ανθυποστελεχίδια δώθε κείθε, κάτι πουκάμισα αδειανά, στεκόντουσαν το βράδυ στον καθρέφτη τους και γινόντουνε η δίκη τση Νυρεμβέργης, και απολογιόντουσταν και κρένανε «εγώ δημόσιος υπάλληλος είμαι, διαταγές εκτελώ». Και μετά περιμένανε την ετυμηγορία του καθρέφτη τους που, περιττό να στο τονίσω, θα ήταν σίγουρα αθωωτική.
Έτσι λοιπόν, να μη στα πολυλογώ, αποφασίσαμε να στήσουμε καραούλι στα Δερβενάκια. Μόνο που οι γερμανοί είχαν ήδη διαβεί από κομμένες γέφυρες και από ραγισμένες συνειδήσεις και είχαν τρουπώσει σαν τσι κουραδόμυγες μέσα στα σπίτια: έπρεπε να στήσουμε καραούλι σε κάθε πορτοπαράθυρο, στους καναπέδες, στις τηλεόρασες, να μη σου πω και στις ψυχές.
Τώρα αδερφέ μου, μπεσαλίδικα σου μιλάω, δεν απομένει τίποτε άλλο παρά να αποφασίσεις με ποιανού το μέρος είσαι.
Ναι. Με ποιανού το μέρος είσαι;

*Ως μουσική υπόκρουση του αναγνώσματος προτείνεται το παραδοσιακό τσάμικο «Soul Macossa» των Lafayette Afro Rock Band.
Μοιραστείτε:  

Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν».  Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.