Ασανσέρ

Πρόκειται για μία παλιά παραλιακή πολυκατοικία στην oδό Τζιαρντίνι. Μέσα έχει ένα σαραβαλιασμένο ασανσέρ και αυτή τη στιγμή που μιλάμε, η Ωραία της Ημέρας, έχει πατήσει το κουμπί στον τρίτο όροφο και το περιμένει.
Ο Χριστόφορος μένει στον ίδιο όροφο. Με το που διαβαίνει το κατώφλι του, τη βλέπει εκεί στη μέση του διαδρόμου:
-Πήγαινε από τις σκάλες! Προλαβαίνεις να σωθείς! Πήγαινε από τις σκάλες! Πολύ αργά. Tον αιχμαλωτίζει στον ιστό της. Μπαίνει στο ασανσέρ. Μαζί της.

δωματιο-με-θεαν-ασανσερΕίναι σκαρφαλωμένη πάνω στα δωδεκάποντά της. Άψογα συνδυασμένα τα τζοβαïρικά της, τα μετάξια και τα βελούδα της. (Ο Χριστόφορος, ωστόσο, την προτιμά αναμαλλιασμένη με τις παντόφλες και τη ρόμπα -λίγο μισανοιγμένη- να τρέχει να κατεβάσει τα παιδιά της στο σχολικό.)
Το άρωμά της κατακλύζει το κουβούκλιο, άνετα θα πάθαινες ασφυξία.

Όλο με το σεις και με το σας. Δε του δίνει του Χριστόφορου πολλά θάρρητα. Kαλημέρες φερ” ειπείν επί ξύλου κρεμάμενες, λες τώρα θα πέσουν στο δάπεδο, θα εκραγούν, θα γίνει παρανάλωμα όλο το οικοδομικό τετράγωνο. Σε απόσταση χιλιοστού, μέσα στο ένα επί ένα, χορεύουν ακίνητοι το ταγκό της αμηχανίας. Σπιθοβολούν οι παραιτημένες χειρονομίες, βουίζουν oι κακορίζικες οι μη ειπωμένες λέξεις.
Ενώ έξω έχει λιακάδα, μέσα στο ασανσέρ λυσσομανάει ο άνεμος, πέφτει καταρρακτώδης βροχή, αστραπόβροντα σωρηδόν.

Εκτός από θεότητα, είναι και διαχειρίστρια της πολυκατοικίας. Έτσι συζητάνε με το Χριστόφορο για πετρέλαια, απεντομώσεις και αγωγούς ομβρίων υδάτων. Ο Χριστόφορος δεν της γκρινιάζει καθόλου για τα κοινόχρηστα. Συμφωνεί με ό,τι του πει. Αλλά και με ό,τι δεν του πει.
Μέσα στο ασανσέρ απαραιτήτως και οι δυο έχουν φορεμένες τις μάσκες τους: Εκείνος, τη μάσκα του εχέφρονος αντρός που δε σκέφτεται αυτά που σκέφτονται οι άντρες. Εκείνη, τη μάσκα της αδέκαστης γυναικός που δεν καταλαβαίνει αυτά που καταλαβαίνουν οι γυναίκες. Για καλό και για κακό φοράνε επιπρόσθετα και πανοπλίες, περικάρπια και αλεξίσφαιρα γιλέκα.

Ξαφνικά το ασανσέρ εκεί ανάμεσα στο δεύτερο όροφο και τον τρίτο, παρεκκλίνει. Με ιλιγγιώδη ταχύτητα μπαίνει στη στρατόσφαιρα και προσεληνώνεται. Ο Χριστόφορος και η Ωραία Διαχειρίστρια βγαίνουν με ανάερο βήμα στο φεγγάρι και μπήγουν τη σημαία τους. Κρατιούνται σφιχτά από το χέρι μη τυχόν εξαφανιστούν σε τίποτα μαύρες τρύπες ή διακτινιστούν σε κανά παράλληλο σύμπαν.
Το φεγγάρι είναι αλλιώς, δεν έχει πολυκατοικίες, ούτε λεωφόρους με σπασμένα γυαλιά κάτω. Μόνο έχει μια φωτεινή και μια σκοτεινή πλευρά. Όπως η ψυχή.

-Αυτό το ασανσέρ είναι γεμάτο από το απαύγασμα της ζωής, άνθρωποι πάνε κι έρχονται με το δάκρυ και το γέλιο τους, περικλείει όλη την ιστορία και τη φιλοσοφία, επικρατεί ησυχία -λίγη ησυχία επιτέλους- κανείς δε βρυχάται, μπορείς να κοιμηθείς αν θες, όπως θα κοιμόσουν ναυαγός στην κοιλιά του ψαριού. Έχει μάλιστα και δάνεια και κάρτες και ξέπλυμα μαύρου χρήματος το ασανσέρ, όμως είναι ναός που καθαγιάζει και λυτρώνει, αναβλύζει πόσιμο νερό αλλά και αιθάλη, καθώς και λήθη, μνήμη και τύψη, και άμα θες να ξέρεις, μέσα στο ασανσέρ γίνεται να απαγγείλεις Καρυωτάκη ή Καββαδία χωρίς να σε πάρει χαμπάρι η αστυνομία. Απ” την άλλη, μέχρι να φτάσεις στο ισόγειο, προλαβαίνεις να ψελλίσεις την αλήθεια ή το ψέμα σου ή λίγο κι απ” τα δύο ή να ανασκευάσεις εαυτό. Μη ξεχάσω, στο ασανσέρ κατοικεί μόνιμα η Σφίγγα μαζί με το αίνιγμά της.
Το ασανσέρ δεν θα σε προδώσει. Από μέσα του περνάει ένας δρόμος που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οδηγεί στην αγάπη. Σαν τσόφλι που το σπας θα σε βγάλει σε ένα νέο θαυμαστό κόσμο: μια χρυσή αύρα θα τυλίγει τους ανθρώπους, ο καθένας θα περιδιαβαίνει αμέριμνος και θα έχει όσα λεφτά τού χρειάζονται.

Έτσι μετά από τα ταγκό και τα φεγγάρια, το ασανσέρ φτάνει εκεί που ήτανε να φτάσει. O Xριστόφορος και η Εξαίσια Γει- τόνισσα αποβιβάζονται ο καθένας στο πεπρωμένο του. Ο Χριστόφορος βάζει το κλειδί στην πόρτα, μπαίνει στο διαμέρισμα που είναι πιο παγωμένο κι από ιγκλού και δεν υπάρχουν λόγια να περιγραφεί η ήττα του. Επιπλέον σκάει μύτη ο Γιώργος και τον πρήζει με τα τρέχοντα πολιτικά θέματα.
Για να πούμε την αλήθεια, το βασικότερο τρέχον θέμα που απασχολεί τον Χριστόφορο είναι αν άραγε θα υπήρχε κάποια πιθανότητα έστω μικρή, απειροελάχιστη, να τον προσέξει μια φορά Εκείνη. Μια φορά βρε αδερφέ. Και, ει δυνατόν, να τον ερωτευτεί τρελά, να γίνει λιώμα, να χάσει πια αυτή την αναθεματισμένη ανυπόφορη αξιοπρέπειά της.

Εντωμεταξύ στο ασανσέρ κάθε τόσο ο Χριστόφορος τρακάρει και το σύζυγο της. Ο σύζυγος είναι σαφώς πιο ωραίος από τον ήρωά μας, πετυχημένος πολύ, μεγαλοσχήμων. Το βλέμμα του διαπερνά το Χριστόφορο σα νάταν ο διάφανος κανένας, κάνει γκελ και ξαναγυρίζει πίσω άπρακτο. Kάθε φορά η ίδια αυτή μάταιη οδύσσεια του ασανσέρ. Ο Χριστόφορος, ακόμα και για να κατεβάσει τα σκουπίδια, βάζει τα καλά του, ξυρίζεται, ρίχνει στη μούρη του άφτερ σέιβ άξε, αυτό που τραβάει τις γυναίκες, διασχίζει το διάδρομο, ακούγονται τηλεοράσεις που λένε τις ειδήσεις και τούρκικα σήριαλ, φοράει ένα προπολεμικό κουστούμι με τεράστια πέτα, τα σκουπίδια στάζουν ζουμιά πάνω στα βερνικωμένα παπούτσια του, ένα ζευγάρι τσακώνεται, ο άντρας λέει «γαμώ την πουτάνα μου», η γυναίκα ουρλιάζει κάτι ακαταλαβίστικα, ο Χριστόφορος θα στήσει αυτί γυρνώντας.
Αντί για την Έτσι, πέφτει πάνω στην κυρία Νίτσα. Εβδομηνταοχτώ χρονώ, έχει σακχαροδιαβήτη, ταΐζει όλα τα αδέσποτα σκυλιά και γατιά της πλατείας Αγίου Νικολάου, τα περιστέρια, τις κουρούνες, τις στρουθοκάμηλους, αποβραδίς αφήνει το ψωμί κλεισμένο σε μια καθαρή σακούλα πάνω στον κάδο, για κανά πεινασμένο άνθρωπο.
Μπαίνουν στο ασανσέρ ο Χριστόφορος, η κυρία Νίτσα και ο φύλακας άγγελός της, διπλώνει λίγο τα φτερά του για να χωρέσει (δε συμπεριλαμβάνεται στο όριο κιλών του ανελκυστήρα). Κοιτάζουν κι οι δυο με νόημα το Χριστόφορο, εκείνος καταλαβαίνει: η κυρία Νίτσα ετοιμάζεται να διαβεί τον Αχέροντα, ο άγγελός της του λέει όμως να μην ανησυχεί, η κυρία Νίτσα θα πάει στον παράδεισο. Ο Χριστόφορος θέλει να κλάψει, να θρηνήσει αλλά κάτι του σφίγγει το στήθος.
Μη φεύγεις, μη χάνεσαι, φτάσε με, άγγιξέ με…
Ο άγγελος ρωτάει πώς γίνεται να τον βλέπει ο Χριστόφορος, μόνο τα παιδιά μπορούν και βλέπουν τους αγγέλους, κάποιο λάθος έχει γίνει.

Ναι, σίγουρα. Κάποιο λάθος έχει γίνει.

*Μουσική υπόκρουση του αναγνώσματος: «Τigerlily» των La Roux και το διαχρονικό «Γέλα κυρία μου» του Κώστα Καφάση. εικονογράφηση: Σοφία Μυλωνά
Μοιραστείτε:  

Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν».  Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.