αναρχία

Αναρχία

ουσ. 1) το να μην υπάρχει εξουσία, απουσία κυβέρνησης κακ κρατικών οργάνων. 2) υπάρξη γενικής σύγχυσης και ακαταστασίας. 3) πολιτική και κοινωνική ιδεολογία που διακηρύχνει πως ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να σκεφτεί ή να κάνει κάτι χωρίς κανένα περιορισμό.

Οι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν διακηρύξει τις βασικές αρχές μιας αναρχικής κοινωνίας και είχαν προτείνει έναν τρόπο ζωής εναρμονισμένο όχι με τους νόμους του κράτους, αλλά με το φυσικό δίκαιο που κάθε άνθρωπος κατέχει. Η σχέση ανάμεσα στο γραπτό και άγραφο δίκαιο και η υπεροχή του ενός έναντι του άλλου απασχόλησαν στην αρχαιότητα πολλούς ανθρώπους του πνεύματος και αποτέλεσαν την αφετηρία για τους αναρχικούς φιλοσόφους.

Το Α μέσα στον κύκλο είναι το σύμβολο του αναρχικού κινήματος. Στους κύκλους των αναρχικών είναι γνωστό και σαν αλφάδι. Αποτελείται από ένα κεφαλαίο «Α», κυκλωμένο από ένα «Ο». Το «Α» έχει τη σημασία του «Αναρχία», ενώ το «Ο» προήλθε από τη γαλλική λέξη «Ordre», που σημαίνει τάξη, και αναφέρεται σε μέρος μιας ρήσης του Προυντόν (η αναρχία είναι τάξη).
Ύστερα από 37 τεύχη λοιπόν (γιατί ποτέ δεν είναι αργά) αυτό το δισέλιδο αποκτά όνομα. Όνομα που του ταιριάζει γάντι (πέτσινο) μιας και οτι υπάρχει σε αυτό το σαλόνι είναι χωρίς κανένα θεματικό περιορισμό, ελεύθερο σε στήσιμο από κασέ δημιουργώντας μια μίνι σύγχυση τόσο στην όψη όσο και στην μεταξύ τους σύνδεση. Και μιας και μου δίνεται και επίσημα η δυνατότητα να κάνω  ελεύθερα κάτι χωρίς κανένα περιορισμό θα φτιάξω την βινιέτα από το επόμενο τεύχος.

Μοιραστείτε: