Υποβρύχιο ημιβυθισμένο

«Αυτή η γειτονιά είναι για όλους μας ένα κλουβί
κανείς δε ζει αληθινά αυτό που θα ‘θελε να ζει
γιατί τ’ όνειρο είναι μια στιγμή
κι όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία»
Το πάρτυ, Μουσική & Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις – Οδός Ονείρων 1962

Όπου κι αν φύεται εκείνη, μόνο εκείνη γνωρίζει την αλήθεια.
Αλήθεια, μ’ ακούς;
Όπως τα ψέματα που λες.
Ψέματα για να ζήσουν αυτά κι όχι εσύ .
Μπερδεύεις τα βήματα, κάνεις ένα μπροστά και σταματάς.
Πηγαίνεις πάλι πίσω, ξεχνάς το σώμα σου τι έχει ζήσει
και ξεκινάς απ’ την αρχή.
Εκείνο όμως θυμάται και λυγίζει, όταν ψεύτικα βήματα του δείχνεις.
Μια στιγμή αν άφηνες αυτό να σε πάει,
Θα πήγαινε δίχως άλλο.
Ανυπεράσπιστο κι ολιγαρκές.
Να ζήσει μια στιγμή στο εδώ και στο τώρα.
Το σήμερα δεν έφτασε ποτέ.
Τρέχει πιο γρήγορα απ’ το φως.
Εκείνο που συναντάς στη σκιά απ’ το μολύβι σου.
Τόσο φτάνει, να το αναζητάς κάθε φορά.
Κι ο τρόπος που το κρατάς, ολότελα δικός σου.
Μνήμη κυτταρική, αγάπη βιολογική.
Δε χάνεται ποτέ, όσο κι αν φεύγεις.
Τα σώματα αποχωρίζονται τον αέρα, τη διαδρομή, τις συνήθειες.
Μπαίνουν σε βαγόνια να διανύσουν ταχύτητες φωτός μακριά απ’ τον καθένα.
Μένουν μ’ αυτά που ζήσανε κι ας μη βρέθηκε κανείς να τους το πει.
Ψάχνουν τον παράδεισο και τη κόλαση μαζί.
Ώσπου να έρθεις εσύ και να τον βγάλεις απ’ την πρίζα.
Να πάψει να θεριεύει.
Αλήθεια θα σου πω, μόνο ετούτη τη στιγμή.
Το μόνο που θέλω είναι να βγάλω απ’ την πρίζα το ψυγείο , το μυαλό, τα ξυπνητήρια σου
τις καλημέρες κι όλες τις νύχτες.
Τα ρολόγια να μένουν αδιάφορα στη συμπαντική συνωμοσία.
Να κάθομαι στο μπαλκόνι στις τέσσερις χαράματα,
Να πηδάω το φράχτι και να βυθίζομαι στην άμμο.
Ηλεκτρικό θα περνάει μόνο απ’ τα μάτια μου κάθε που
θα συναντώ τη μέρα.
Σε ρυθμό ηλεκτρικό να βαδίζω προς τη νύχτα.
Εκείνη να αφήνει σημάδια στα πλακάκια,
βρεγμένα απ’ τη θάλασσα.
Καινούρια ζωή γεννιέται μόνο με πάθος υψηλό.
Και όλες οι στιγμές να ‘ναι καλοσύνης.
Να χτενίζουν τα μαλλιά ,
να σου πλένουν το πρόσωπο , να παίρνουν τα χρόνια απ’ τα μάτια σου.
Όλες οι μικρές ασήμαντες στιγμές που γράφουν μυθιστορήματα στις
ψάθινες καρέκλες στα μπαλκόνια τα απογευματινά,
συγκεντρώνονται στο πιο σκοτεινό δωμάτιο, δίπλα από εκεί
που μένουν οι μνήμες.
Μέσα σε τετράδια , αποκόμματα εισιτηρίων , κασέτες, καρτ-ποστάλ.
Σε γεμίζουν με άρωμα μαστίχας ημιβυθισμένης.
Αέναα να ταξιδεύει σε παγωμένα ύδατα σε κρυστάλλινα σερβίτσια.
Δεν έχεις τίποτε άλλο να θυμηθείς.
Λησμονείς. Τα ρούχα σου τώρα γίναν σιδερένια.
Μα κάποτε ήταν γεμάτα μαστίχα , άρωμα βανίλιας και παγωτό καϊμάκι.
Που άφηνε τα σωθικά σου λευκά στο πέρασμά τους.
Τώρα φοράνε πανοπλίες, κοφτές καλημέρες , αμήχανα μειδιάματα.
Φτιάξε το δικό σου υπερωκεάνιο.
Μην αφήσεις κανέναν πειρατή.
Κάρφωσε τη σημαία σου και βρες το θησαυρό.
Γιατί τ’ όνειρο είναι μια στιγμή κι όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία.

Μοιραστείτε:  

Γεννήθηκε στη Χαλκίδα. Σπούδασε Κλασικό Τραγούδι και Πιάνο. Ειδικεύεται στην Μουσικοθεραπεία και αναζητά την θεραπευτική της αξία. Σκέφτεται πολύ… Όταν σκέφτεται γράφει, βλέπει ασπρόμαυρες ταινίες του ’30 και ακούει Lied. Παρουσιάζει και επιμελείται εκπομπή στο Ραδιόφωνο.