Μπέλλου Σωτηρία

eikonografisilow

Περπατώντας στις παλιές γειτονιές της Χαλκίδος ή αν θέλετε καλύτερα στις παλιές δικές  μου γειτονιές αυτές που μεγάλωσα δηλαδή, πολλές φορές  το  μυαλό μου τρέχει σε ιστορίες που έχω ακούσει κατά καιρούς αλλά ποτέ δεν έμαθα αν είναι αληθινές. Ξέρετε είναι από αυτές τις ιστορίες που μεταφέρονται στόμα με στόμα και έχουν κάποιον πρωταγωνιστή.
Έτσι έγινε αυτό, εδώ πίναμε κρασί με τον ταδε, εδώ τραγουδούσαμε παρέα, εδώ ήταν το καφενείο του τάδε και φυσικά ονόματα.
Πολλά ονόματα.
Σε κάθε ιστορία και ένας ήρωας.

Και αυτός που εξιστορεί είναι συνήθως φίλος αδελφικός, ή συγγενής, ή φίλος του φίλου.
Θα ξέρετε θαρρώ πως πάνε αυτά τα πράγματα  όπως γράφει και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου στο φάλτσο χρησμό, σε ένα χωριό. Άλλωστε  χωριό είναι και η Χαλκίδα. Ένα μεγάλο χωριό με ωραίους τρόπους  και ενίοτε ωραίους ανθρώπους αλλά και με μεγάλη ιστορία.
Έχει μεγάλη ιστορία αυτή η πόλη.
Σπουδαίοι άνθρωποι μεγάλωσαν και γεννήθηκαν στην Χαλκίδα. Ασχέτως αν η Χαλκίδα άργησε να παραδεχτεί ότι προέρχονται από τα σπλάχνα της.
Ίσως από άγνοια τις περισσότερες φορές. Αυτό βέβαια είναι ελληνικό προνόμιο που θα το συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή.
Θυμάμαι σαν τώρα αυτή τη μέρα και δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Ήμουν  21 ετών είχα απολυθεί από φαντάρος και μέναμε κάπου εκεί στην Ληλαντίων από πίσω που λένε, σύνορα με Αλλάτσατα και γηροκομείο. Η μάνα μου μαγείρευε στην κουζίνα και εγώ περίμενα να γίνει το φαγητό χαζεύοντας τηλεόραση. Και κάπου εκεί ξαφνικά η τηλεόραση θα αρχίσει να παίζει το Ζεϊμπέκικο  του  Δ. Σαββόπουλου.
Με αεροπλάνα και βαπόρια και με τους φίλους τους παλιούς.
Και μετά η ανακοίνωση.
Η Σωτηρία Μπέλλου στις 27 Αυγούστου του 1997, άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο «Μεταξά» του Πειραιά.
Το Μάρτιο του 1993 ήρθε αντιμέτωπη με τα πρώτα σοβαρά προβλήματα υγείας, όταν εισήχθη επειγόντως στο νοσοκομείο «Σωτηρία» με βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια και πνευμονικό εμφύσημα. Λίγο αργότερα, διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο του φάρυγγα. Έχασε τη φωνή της και δύο ημέρες πριν τα 76 γενέθλιά της χαιρέτησε λεβέντικα για να πάει να στολίσει με τη φωνή της τους ουρανούς. Τι φωνή θεέ μου!
Και πώς να μην ζηλέψεις.
Στο πάλκο του ουρανού με όλους τους μεγάλους του τραγουδιού μας.
Όλη η παλιά φρουρά που λέει και ο Ζαμπέτας. Έκλαψα εκείνη την μέρα.Και μάλιστα έκλαψα πολύ. Με πείραξε το ότι είχε χάσει την φωνή της και έφυγε ξεχασμένη. Μεγάλη φωνή σκέφτηκα ξανά.
Ήταν δύσκολος άνθρωπος η Σωτηρία έχω διαβάσει, και μου έχουν πει και κάνα δυο ιστορίες.
Αηδόνι που του πήρες την φωνή σκέφτηκα.
Μετά πάλι ιστορίες, μυστήριο η ζωή της Σωτηρίας Μπέλλου και όλοι οι ειδικοί της μουσικής και η ντεκουλτούρ του τραγουδιού να πλέξουν το εγκώμιο να πούνε να πούνε μπλά μπλά μπλά, κανένας όμως δεν την ήξερε πραγματικά και φαίνεται αυτό, ούτε και εγώ, αλλά και κανένα μυστήριο δεν υπήρχε.
Ανοιχτό βιβλίο ήταν η Σωτηρία.
Η Μπέλλου ήταν η ίδια η αλήθεια της ζωής. Ήταν η ίδια η ζωή!
Γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου 1921 στο χωριό Χάλια της Χαλκίδας. Σήμερα Δροσιά. Ήταν μέλος εύπορης οικογένειας και η μεγαλύτερη από τα τέσσερα αδέλφια της. Είχε το όνομα του αγαπημένου της παππού, Σωτήρη Παπασωτηρίου, που ήταν παπάς στο Σχηματάρι  και της είχε πολύ μεγάλη αδυναμία. Από μικρό κοριτσάκι την έπαιρνε κοντά του στην εκκλησία. Εκείνη άρχισε να επηρεάζεται από τα τροπάρια και έψελνε μόλις «κατάλαβε» τον εαυτό της.
Όταν έγινε δέκα χρόνων, έφυγε από τον παππού της και πήγε μέσα στη Χαλκίδα όπου έμεναν οι γονείς της και τα μικρότερα αδέλφια της. Ο πατέρας της ήταν από τους πλέον εύπορους κατοίκους της πόλης γιατί διατηρούσε το μεγαλύτερο και το καλύτερο κατάστημα τροφίμων στην πολυσύχναστη οδό Αβάντων.

Τις εφημερίδες που έπαιρνε ο Κυριάκος Μπέλλος, η μικρή Σωτηρία της «ξεκοκάλιζε» μετά τα μαθήματά της. Μια μέρα είπε στον πατέρα της: «Μπαμπά, θέλω να με πας στον κινηματογράφο να δω την «Προσφυγοπούλα» γιατί πρωταγωνιστεί η Βέμπο που μου αρέσει πολύ». Έγινε το χατίρι της, είδε τη Βέμπο στο σινεμά και ύστερα άρχισε να τη μιμείται. Πήγαινε κάθε μέρα μπροστά στον καθρέφτη του σπιτιού της κι έκανε σκέρτσα και κινήσεις όπως η Βέμπο στην οθόνη. Παρά τις συστάσεις της μάνας της, η Σωτηρία συνέχιζε το βιολί της ώσπου έφαγε το ξύλο της χρονιάς της.

Η Ελένη Μπέλλου, γνήσια Αρβανίτισσα, δεν ήθελε ποτέ να δει τη μεγαλοκόρη της τραγουδίστρια. Η Σωτηρία (αρβανίτικο κεφάλι κι αυτή) εγκατέλειψε το σπίτι της. Έφυγε από τη Χαλκίδα για την Αθήνα, όπου αρχίζουν οι πρώτες μεγάλες δυσκολίες για ένα κορίτσι που ζει πλέον μόνο του στην πρωτεύουσα της χώρας. Ήταν αρχές της ναζιστικής κατοχής. Το αρβανίτικο πείσμα να εγκαταλείψει το σπίτι της, τους γονείς στη Χαλκίδα, την οδήγησε σε μεγάλες περιπέτειες.
Στην απειρία της, γνωρίσθηκε στη Χαλκίδα, στα 17 της χρόνια, το 1938 με έναν άνδρα που την κορτάριζε συνεχώς όταν την έβλεπε στο μαγαζί του πατέρα της. Το επάγγελμά του ήταν ελεγκτής στα λεωφορεία. Ο Βαγγέλης Τριμούρας (πέθανε σε ηλικία 85 ετών στην Αθήνα κι άφησε έναν γιο από τη δεύτερη γυναίκα του).

Οι γονείς της την είχαν προειδοποιήσει να προσέξει αυτή τη γνωριμία της. Εκείνη δεν τους άκουσε και παντρεύτηκε. Έζησε μαζί του έξι μήνες. Εκείνος, όμως, έκανε άστατη ζωή. Γύριζε με άλλες κι όταν γυρνούσε σπίτι, την έδερνε. Άρχισαν οι καβγάδες. Η Σωτηρία δεν σήκωνε από τότε φοβέρες και ζοριλίκια. Κάποια στιγμή πάνω σ’ έναν από τους πολλούς καβγάδες τού ‘ριξε βιτριόλι στο πρόσωπο. Συνελήφθη και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών χρόνων και έξι μηνών. Έμεινε υπόδικη 3 μήνες στη Χαλκίδα, ενώ ένα μήνα κάθισε στις φυλακές «Αβέρωφ» στην Αθήνα.

Στο Εφετείο μειώθηκε η ποινή της στους έξι μήνες. Πλήρωσε και βγήκε από τη φυλακή. Ξαναγύρισε στη Χαλκίδα και με το που έφτασε στο σπίτι της, άρχισε η γκρίνια και το ξύλο. Την έδερναν όλοι. Γονείς κι αδέρφια. Θεωρούσαν ότι τους ντρόπιασε όλους στην οικογένεια. Τη φώναζαν χωρισμένη, βιτριολίστρια, φυλακισμένη. Η ζωή της πραγματικό μαρτύριο. Δεν άντεχε άλλο. Ήταν πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν αποχαιρετούσε τη Χαλκίδα κι έμπαινε στην «πόστα», το τρένο που θα τη μετέφερε στην Αθήνα. Οι σειρήνες ηχούσαν. Ανατριχίλα, γενική αναστάτωση. Πόλεμος. Η Σωτηρία στα ίδια βαγόνια με τους φαντάρους. Όταν κατέβηκε στο σταθμό Λαρίσης, κάποιος της έδωσε μια κουραμάνα. Νέος Γολγοθάς στην Αθήνα, αρχίζει μες στου πολέμου τη φωτιά για το πλουσιοκόριτσο του Μπέλλου από τη Χαλκίδα.
Στην Κατοχή η Μπέλλου δεν πάλεψε μονάχα για να ζήσει, να βρει το δρόμο της στην Αθήνα. Πάλεψε και κατά των Γερμανών κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους.
Η ζωή της Μπέλλου από το 1940 έως το 1946, τότε δηλαδή που μπαίνει πλέον επίσημα στον χώρο και τον κόσμο του ρεμπέτικου, είναι μια περιπέτεια, ένα θρίλερ. Οι δραματικές στιγμές που πέρασε στην Αθήνα και έχει περιγράψει η ίδια, θυμίζουν κινηματογραφική ταινία. Έκανε πολλές δουλειές για να επιβιώσει. Δούλεψε σε εστιατόριο λαντζιέρα. Νύχτες ολόκληρες έπλενε πιάτα. Πουλούσε τσιγάρα με τον ταβλά και παστέλια. Έκανε τον αχθοφόρο σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων. Με ένα καρότσι έπαιρνε τα ταγάρια, τα καλάθια και τις βαλίτσες των επαρχιωτών και τα ξεφόρτωνε στην Ομόνοια. Τις νύχτες κοιμόταν μέσα στα βαγόνια. Με τα χαρτζιλίκια που μάζευε από όλες αυτές τις δουλειές, αγόρασε παπούτσια και κουβέρτες, νοίκιασε μια κάμαρα – σπίτι στο Περιστέρι, κι αγόρασε μια κιθάρα, που ήταν το μεγάλο της όνειρο. Στερήθηκε πολλά αγαθά τόσα χρόνια, αλλά με το αρβανίτικο πείσμα που τη διέκρινε και τη σιδερένια θέληση που είχε πέτυχε τον στόχο της. Να γίνει τραγουδίστρια.
Και ύστερα ήρθαν οι επιτυχίες
Στα χρόνια της πολυτάραχης ιστορίας στο ελληνικό τραγούδι, η Μπέλλου έκανε πολύ μεγάλες επιτυχίες σε τραγούδια των πιο γνωστών λαϊκών συνθετών: «Συνεφιασμένη Κυριακή», «Καβουράκια», «Όταν πίνεις στην ταβέρνα», «Κάνε λιγάκι υπομονή» του Τσιτσάνη, «Γύρνα στη ζωή την πρώτη», «Κάνε κουράγιο καρδιά μου» (Παπαϊωάννου), «Ο ναύτης», «Το σβηστό φανάρι» (Μητσάκη), «Είπα να σβήσω τα παλιά» (Καλδάρα), «ανοιξε, άνοιξε» (Παπαϊωάννου). Από το ‘41 ως το ‘76 τραγούδησε αδιάκοπα όλους σχεδόν τους λαϊκούς συνθέτες, ενώ λίγο μετά από κάποια  χρόνια θα τάραξει και πάλι τα νερά, με πρωτοποριακές συνεργασίας που έκανε με έντεχνους και γενικά σύγχρονους συνθέτες: Μούτσης (Το φράγμα), Σαββόπουλος (Το βαρύ ζεϊμπέκικο), Ανδριόπουλος (Λαϊκά προάστια), Κουνάδης (Δεν περισσεύει υπομονή), Ανδριόπουλος, Λάγιος (Λαός) κ.ά. Παράλληλα, προχώρησε και σε επανεκτελέσεις παλιών λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών, από τα οποία την αγάπησε η νέα γενιά και τη στήριξε στις αδιάκοπες εμφανίσεις της στα λαϊκά κέντρα, στις μπουάτ της Πλάκας καθώς και σε μεγάλες συναυλιακές και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Τα τελευταία χρόνια της Σωτηρίας ήταν δύσκολα
Έχω την αίσθηση ότι η Μπέλλου ποτέ δεν αγάπησε την Χαλκίδα ούτε και η Χαλκίδα αγάπησε ποτέ  την Σωτηρία.
Άλλωστε νομίζω ότι και η πόλη μας έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για αυτό που λέω, ως βέρος Χαλκιδέος παρατηρώ.
Δική μου άποψη και γνώμη μετά από τα τόσα χρόνια που έχει φύγει.
Δεν θα σταθώ στα τελευταία δύσκολα της χρόνια γιατί με ενοχλεί και νομίζω ότι δεν της αξίζει.
Μόνο αυτό από μια ιστορία που μου έχουν πει  και θυμάμαι, κάποιος την εντόπισε κάποια στιγμή να ζητιανεύει και να πουλά κασέτες στο δρόμο για να ζήσει, διότι ως γνωστό ο κόσμος αγαπά και ξεχνά το ίδιο εύκολα.
Η Σωτηρία Μπέλλου ήταν ένας μάγκας παλιός γνήσιος με φουστάνια.  Είναι μια από της μεγαλύτερες τραγουδίστριες που έβγαλε αυτός  εδώ ο τόπος και  είναι φορές που την βλέπω να περπατά στην παραλία πλάι στα νερά του Ευρίπου ελεύθερη.

Τα στοιχεία προέρχονται από την ειδική έκδοση του περιοδικού Echo & Artist για την Σωτηρία Μπέλου, καθώς και από την ιστοσελίδα rebetiko on-line

Μοιραστείτε:  

Ηλίας Γκίζας. Μουσικός – Ζωγράφος – Ραδιοφωνικός Παραγωγός
Γεννήθηκε στη Χαλκίδα, όπου ζει και εργάζεται. Παρακολούθησε το τριετές τμήμα σχεδίου – ζωγραφικής στο Ευβοϊκό Κέντρο Τεχνών, με καθηγήτρια την Ευμορφία Γκίκα Ραχούτη. Ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική και διεύθυνε την Μουσική Σκηνή Προάστειο στη Χαλκίδα. Επιμελείται μουσικά προγράμματα σε ραδιοφωνικές εκπομπές και διδάσκει μπουζούκι σε νέους μουσικούς. Από το 2008 συμμετέχει σε ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής και διεθνείς διοργανώσεις τέχνης. Βραβεύτηκε με τιμητική διάκριση ζωγραφικής στο Διεθνές Φεστιβάλ « Festa del Colore 2008» Porto Recanati της Ιταλίας. Το 2009 έλαβε μέρος στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Τέχνης και Επιστήμης στη Πάτρα, που διοργάνωσαν το Πανεπιστήμιο Πάτρας, η Zervas Art Gallery και το τμήμα UNESCO Αχαΐας. Έργα του βρίσκονται σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές. Είναι μέλος του Πολιτιστικού Συνδέσμου Καλλιτεχνών και Φίλων του Ευβοϊκού Κέντρου Τεχνών και του μουσικού σχήματος « Προάστειο » Χαλκίδας . Ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική τα τελευταία 26 χρόνια… ενώ εδώ και 3 χρόνια ήταν υπεύθυνος στο Σκάλα καφέ που βρίσκεται στην Πλατεία Αγοράς