Τι τρέχει με την Γερμανία;

Είτε μιλώντας σε κινηματογραφική βάση, είτε με την ευρύτερη καλλιτεχνική έννοια, η Γερμανία προϋπάρχει και δεν αποτελεί προϊόν παρθενογένεσης επειδή απλά, δεδομένων των συνθηκών, αποφασίσαμε ως λαός να ασχοληθούμε εκ νέου μαζί της. Πέραν του ξύλινου, σε επίπεδο διπλωματίας, προφίλ που όλοι γνωρίσαμε (απ’ την καλή και την ανάποδη), η Γερμανία, στη δίνη της τελειομανίας που τη διακρίνει εκ φύσεως, παράγει ασταμάτητα σύγχρονη Τέχνη.

Τι τρέχει με την Γερμανία;Φωτογράφοι, μουσικοί και συνθέτες, ζωγράφοι, κινηματογραφιστές, designer συστήνονται σταδιακά στο κοινό, επιτρέποντας στην Ευρώπη να κρυφοκοιτάξει πίσω από το σιδηρούν προσωπείο της σκληροπυρηνικής Γερμανίας. Και με αυτό εννοούμε ακριβώς αυτό που καταλαβαίνετε: Φυσικά και υπάρχει αντίλογος στο εσωτερικό της χώρας, φυσικά και εντοπίζονται κοινωνικές αντιδράσεις, φυσικά και υπάρχει δυσφορία, ή αλληλεγγύη προς τους εκάστοτε «στριμωγμένους». Έτσι, ως φυσική συνέχεια αυτών έρχεται η έκφραση μέσω της τέχνης.

Αυτό που προκαλεί εντύπωση όμως στην περίπτωση των Γερμανών σκηνοθετών, είναι μια τάση εξιστόρησης – με τη μεγαλύτερη δυνατή προσέγγιση της πραγματικότητας – γεγονότων της νεότερης ιστορίας που δίχασαν, συγκλόνισαν, επηρέασαν, ή ακόμη και στιγμάτισαν τόσο τη χώρα τους, όσο και την υπόλοιπη Ευρώπη.

Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει ακόμη και για υψηλής σκηνοθετικής ποιότητας χρονογραφήματα, υψηλού προϋπολογισμού και άρτιας ερμηνευτικής δεινότητας ταινίες αυτοβιογραφικές ενός ολόκληρου έθνους. Έτσι, οι νέοι δημιουργοί, συχνά απογυμνώνοντας την ίδια τη Γερμανία από την αίγλη της, εξιστορούν, απαριθμούν λάθη, φιλοσοφούν, «μετανιώνουν», ή «λυπούνται» -αν μας επιτρέπεται αυτή η προσέγγιση. Ειδοποιός διαφορά βέβαια καθίσταται το γεγονός ότι όλα αυτά πραγματοποιούνται προσπερνώντας την παγίδα της κλάψας, ή της γλοιώδους αποποίησης ευθυνών. Τα περισσότερα από τα εν λόγω φιλμ αποτελούν προϊόντα μεθοδικής έρευνας και διαπνέονται από σεβασμό τόσο προς τα γεγονότα, όσο και προς τις διάφορες εθνικές, ή κοινωνικές ομάδες.
Με την ίδια υπευθυνότητα γίνονται ανελλιπώς και οι απαραίτητες διευκρινίσεις, όταν το σενάριο αποτελεί προϊόν φαντασίας, ή πρόταση/προσέγγιση του σκηνοθέτη. Βέβαια, καλό είναι πάντα, σε περιπτώσεις ιστορικών γεγονότων, να διασταυρώνουμε τα «εισερχόμενα».
Έτσι, την τελευταία δεκαετία, πέραν των υπολοίπων ειδών φιλμ, αλλά και γενικότερα «τέχνης» που παράγει και εξάγει η Γερμανία, παρατηρείται μια έντονη κινητικότητα σε σενάρια που πραγματεύονται τη νεότερη ιστορία, αλλά και μια εθνική πορεία (ας πούμε) από τα λάθη στην αυτογνωσία. Τα φιλμ αυτά είναι υψηλής αισθητικής, σκηνοθετικής και (με προσοχή) επιμορφωτικής αξίας και αξίζουν το χρόνο σας.

Ακολουθεί μία λίστα, που αν την ακολουθήσετε με την υποδεικνυόμενη σειρά, θα σας μεταφέρει με τη μορφή χρονογραφήματος, ένα μεγάλο μέρος της νεότερης γερμανικής, αλλά και ευρωπαϊκής Ιστορίας -πάντα από την οπτική γωνία των σκηνοθετών.
Για κάθε μία από τις ταινίες που ακολουθούν θα μπορούσε κανείς να κάνει ξεχωριστή σπουδή, καθώς πραγματεύονται ιστορικές αλήθειες και πρόσωπα και το υλικό είναι ανεξάντλητο. Στόχος μας, από σεβασμό στα γεγονότα, δεν είναι η ανάλυση σε βάθος, αλλά η παρουσίαση τους από κινηματογραφική σκοπιά, καθώς πρόκειται για φιλμ βραβευμένα σε ευρωπαϊκά και διεθνή φεστιβάλ, τα οποία προκάλεσαν αίσθηση και αξίζει να τοποθετήσετε στη μνήμη σας πιο οργανωμένα και εμπεριστατωμένα, ακόμη και αν τα έχετε ήδη δει.

Σόφι ΣολSophie Scholl, Marc Rothemund (2005)

Χρονογράφημα των τελευταίων ημερών των αγωνιστών της αντιναζιστικής οργάνωσης «Λευκό Ρόδο», εστιασμένο στην Sophia- Magdalena Scholl, η οποία υπήρξε ηρωική μορφή στον αγώνα ενάντια στις φρικαλεότητες της Γερμανίας του Χίτλερ.
Η ταινία ξεκινάει με την απίστευτη ιδέα της διανομής μέσω ταχυδρομείου εκατοντάδων φακέλων με αντιναζιστική λογοτεχνία στο Γερμανικό Νότο και την Αυστρία, από ένα εργαστήριο που διατηρούσε η μικρή ομάδα φοιτητών («Λευκό Ρόδο») στο κέντρο του Μονάχου. Βασικά μέλη της ομάδας αυτής ήταν ο Hans Scholl και η αδελφή του, Sophie.
Η παρανοϊκή καθημερινότητα που βίωναν βλέποντας το αδιέξοδο της χιτλερικής προπαγάνδας, καθώς και οι πρώτες βάσιμες υποψίες για τα τερατώδη εγκλήματα της χώρας τους έναντι της ανθρωπότητας (τα οποία φυσικά αποκρύπτονταν από το γερμανικό λαό) τους εξουθένωναν συνειδησιακά. Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το υψηλό επίπεδο καλλιέργειας και γνώσης που διέθεταν, καθιστούσαν το ρίσκο μονόδρομο.
Έτσι το Φεβρουάριο του ’43, εν ώρα μαθήματος, τα δύο αδέλφια γέμισαν τα αίθρια του Πανεπιστημίου του Μονάχου με απίστευτο όγκο αντιναζιστικού υλικού που προσκαλούσε τους φοιτητές σε εξέγερση. Από ένα λάθος όλα πήραν μια σπαρακτική πορεία, η οποία μεταφέρθηκε κινηματογραφικά τόσο δυνατά μέσα από την απλότητα εκείνη που χαράζεται ανεξίτηλα στη μνήμη σου.
Οι ερμηνείες εξαιρετικές με εκείνη του ανακριτή να καθηλώνει. Η προσέγγιση των γεγονότων γίνεται με υπευθυνότητα, ενώ η σκηνοθεσία, ωμά ρεαλιστική, σε παγώνει. Η σύγκρουση δύο φιλοσοφιών για τη ζωή και το κράτος βρίσκεται σε πρώτο πλάνο. Αξέχαστη η στιγμή ύψιστης συμβολικής αξίας της «νίψης των χειρών»- κυριολεκτικά. Το τέλος έρχεται λυτρωτικό μέσα από την ωμότητα του. Μπορεί κανείς να γράφει μέρες.

Η πτώσηDer Untergang [Η πτώση], Oliver Hirschbiegel (2004)

Χρονικά έρχεται και «κλειδώνει» άψογα μετά την προηγούμενη ταινία. Πρόκειται για το ιστορικό των τελευταίων ημερών τόσο της Ναζιστικής Γερμανίας, όσο, πιθανότατα -μη βάζουμε και τοχέρι μας στη φωτιά- και του ίδιου του Χίτλερ. Ναι, σωστά υποθέσατε, είναι η ταινία που περιέχει μία από τις πιο «κακοποιημένες» σκηνές από επίδοξους παρωδούς. Δεν υπήρξε τραγελαφικό νέο της επικαιρότητας που να μην «ανακοινώθηκε» ντύνοντας το διάλογο του Χίτλερ με τα πρωτοπαλίκαρα του λίγο μετά τη μάχη του Stalingrad -ξέρετε, στο δωμάτιο με τους χάρτες. Για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς φυσικά και γελάσαμε σχεδόν με όλες τις version.
Πέραν αυτού όμως πρόκειται για ταινία – σταθμό του σύγχρονου κινηματογράφου. Αποποιείται το μιασματικό κομμάτι του παρελθόντος, χωρίς κορώνες και δουλοπρεπή απολογητική διάθεση. Δίνει την ατμόσφαιρα των τελευταίων ημερών πριν την πτώση της ναζιστικής Γερμανίας από τα μέσα, από το εσωτερικό, μέσα από τους ανθρώπους που συνειδητοποιούν -στην καλύτερη περίπτωση, έστω και την τελευταία στιγμή- την παράνοια την οποία υπηρετούν.
Η Πτώση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια κλειστοφοβική, αλλά αρκετά αποκαλυπτική ταινία, η οποία διαδραματίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο Μπούνκερ του Χίτλερ τις τελευταίες μέρες του Γ” Ράιχ. Ο Κόκκινος Στρατός έχει εισβάλλει στο Βερολίνο και ενώ οι στρατηγοί του προσπαθούν να πείσουν το Χίτλερ ότι όλα έχουν τελειώσει, ο ίδιος παραληρεί ανάμεσα στην άρνηση, την εκδικητικότητα και το φόβο. Σε κάποιο σημείο μάλιστα, η μορφή του, εξαιτίας του στρες στο οποίο υποβάλλει τον εαυτό του, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και ανθρώπινη -πράγμα που ενόχλησε αρκετούς Γερμανούς μετά την πρεμιέρα της ταινίας. Ο σκηνοθέτης βέβαια δείχνει με τον τρόπο του, παρουσιάζοντας ακόμα και τις μανίες που του είχαν κληροδοτήσει τα απάνθρωπα ιδανικά του, ότι μια τέτοια προσέγγιση δεν καθιστά τον Χίτλερ σε καμία περίπτωση λιγότερο παρανοϊκό, ή λιγότερο τέρας.
Ενδιάμεσα και προς το τέλος, παρουσιάζονται εμβόλιμα πλάνα από την πραγματική κατάσταση των τελευταίων ημερών στο Βερολίνο. Εικόνες τόσο ωμά αληθινές, με τα παιδιά να λιμοκτονούν και την πόλη να καταρρέει αφήνοντας πίσω της χαλάσματα και νεκρούς, προσθέτοντας ένταση στο ήδη προσεγμένο φιλμ. Υπέροχη -τεράστια σε διάρκεια- ταινία που αξίζει να δείτε.

Οι ζωές των άλλωνDas Leben der Anderen [Οι ζωές των άλλων] Christian Graf Henckel von Donnersmarck (2006)

Ανατολική Γερμανία, λίγα χρόνια πριν την πτώση του Τείχους, καθεστώς στενής παρακολούθησης, κοινωνικής τρομοκρατίας από τη Στάζι, φόβου και ανελευθερίας. Αντικαθεστωτικός συγγραφέας συγγράφει κρυφά θεατρικό έργο που κατακεραυνώνει και ξεσκεπάζει τα σαθρά θεμέλια του κράτους. Οι μυστικές υπηρεσίες απίστευτα οργανωμένα και μεθοδικά παρακολουθούν κάθε κίνηση του ιδίου, των συνεργατών και της αγαπημένης του -μιας πανέμορφης γερμανίδας ηθοποιού, εθισμένης σε ουσίες- με την οποία συζεί.
Ο σκηνοθέτης επικεντρώνεται με μοναδικό τρόπο στη μεταφορά της αφόρητα ασφυκτικής ατμόσφαιρας του καθεστώτος της πρώην Ανατολικής Γερμανίας και της επίδρασης της στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων. Εστιάζει περισσότερο στο ψυχογράφημα παρά στη δράση, η οποία όμως δεν απουσιάζει.
Μορφή που χαράσσεται όμως τόσο συνειδησιακά όσο και καλλιτεχνικά στο θεατή, αποτελεί ο, βραβευμένος από την EFA για το ρόλο αυτό, Ούλριχ Μούε. Τόσο η μορφή του, όσο και η ερμηνεία του σκιαγραφούν τόσο πιστά την ψυχολογική πορεία ενός μυστικού αστυνομικού της Στάζι, από την απάνθρωπη υπακοή στο σύστημα, στο θαρραλέο -στα όρια της αυτοθυσίας- αλτρουισμό.
Φυσικά θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στις εκπληκτικές ερμηνείες, τόσο της Μαρτίνα Γκέντεκ, όσο και του Σεμπάστιαν Κοχ, με την πρώτη να σε κάνει τουλάχιστον να κλαις σε κάθε, κάθε όμως, προβολή της ταινίας. Για να μην επηρεάσουμε όσους δεν έχουν ακόμα δει την ταινία, δε θα αποκαλύψουμε άλλα στοιχεία για την πλοκή της, πάντως πρόκειται για ταινία-σταθμό.

Το σύμπλεγμα Μπάντερ-ΜάινχοφThe Baader-Meinhof Complex [Το σύμπλεγμα Μπάντερ-Μάινχοφ], Uli Edel (2008)

Πολύπλοκη και μεγάλη σε διάρκεια ταινία που πραγματεύεται τη δράση της οργάνωσης RAF στη Δυτική Γερμανία στις δεκαετίες του ’60 και ’70, με δυνατή διανομή ρόλων, καλές ερμηνείες, αρκετά αναλυτική σκιαγράφηση χαρακτήρων και εξίσου γερό προϋπολογισμό, καθώς περιλαμβάνει πολλά και όχι εύκολα εξωτερικά γυρίσματα. Το φιλμ ξεκινάει με την προσωπική ιστορία της Μάινχοφ, δυναμικής δημοσιογράφου με σκληρή πένα και ιδεολογικό προφίλ που την έκανε συχνά να παλεύει για να ισορροπήσει οριακά μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Η Μάινχοφ ζούσε αρχικά με την οικογένεια σε σχεδόν μπουρζουά περιβάλλον, μέχρι το πρώτο κέρατο (το ξέρω, προσβάλλω την ταινία). Αυτό φυσικά αποτέλεσε απλώς την αφορμή για να αφήσει πίσω της την καθόλα νόμιμη ζωή της και να ακολουθήσει τα μέλη της εξτρεμιστικής οργάνωσης RAF στη δράση της ενάντια στο δυτικό ιμπεριαλισμό, στον οποίο ενέδιδε η Γερμανία τη δεδομένη περίοδο. /Δυνατή πολύ η σκηνή με το μακελειό κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του βασιλικού ζεύγους του Ιράν στο Βερολίνο./
Ηγετικά στελέχη της ομάδας αυτής ήταν ο Andreas Baader και η Gudrun Ensslin, μαζί με τους οποίους η Μάινχοφ ξεκινάει μια πορεία που από τον ανθρωπισμό, την εκλεπτυσμένη ιδεολογία και τη δημοσιογραφική αντικειμενικότητα εκτροχιάζεται σε τέτοιο βαθμό που καταλήγει στις απώλειες ανθρώπινων ζωών. Εκεί ακριβώς έγκειται και ο παραλογισμός, ο οποίος τελικά, με τον έναν, ή τον άλλον τρόπο (αυτοκτονίες, φυλακίσεις, θανάτους) διαλύει την οργάνωση: Στο γεγονός δηλαδή ότι παράπλευρες, ή μη, απώλειες των προαναφερθέντων ανθρωπιστικών ιδανικών, ήταν τελικά ανθρώπινες ζωές. Έτσι κλείνει ένας -εκατέρωθεν- βίαιος κύκλος.
Το φιλμ είναι γρήγορο, οι ερμηνείες προκλητικές με αυτή της Martina Gedeck ως Μάινχοφ να ξεχωρίζει, καθώς είναι η μόνη με εσωτερικότητα και βάθος χαρακτήρα, τουλάχιστον με τη σκηνοθετική ματιά του Edel. Ο Andreas Baader παρουσιάζεται ως ένα γοητευτικό, επιφανειακό και βίαιο πρόσωπο, αμφιβόλου ιδεολογικού βάθους που φλερτάρει ελαφρώς με κάποιο είδος ψυχωσικής διαταραχής. Από τη μεριά της η Gudrun Ensslin, πιο συνειδητοποιημένη αλλά πλήρως αφοσιωμένη στον Baader, ακολουθεί το δικό της τραγικό δρόμο. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι οι ηθοποιοί υστερούν σε ερμηνευτική δεινότητα.
Το φιλμ, αν και ακροβατεί στο τεντωμένο σκοινί που καλείται να περάσει κάθε ταινία που πραγματεύεται θεματολογία για την οποία το μελάνι της ιστορίας δεν έχει στεγνώσει ακόμα και οι μνήμες είναι κάπως νωπές, καταφέρνει αξιοπρεπώς τόσο να σκιαγραφήσει χαρακτήρες, όσο και να μεταφέρει τα ιστορικά -πλέον- γεγονότα σχετικά κοντά στον τρόπο με τον οποίο έχουν καταγραφεί. Ενδιαφέρον και έντονο.

Good bye Lenin!Good Bye Lenin! [Αντίο Λένιν], Wolfgang Becker (2004)

E, και μια κωμωδία, να σας ξεμαυρίσω λίγο από τον πόνο και το βομβαρδισμό. Επίσης πολιτικοποιημένη, με σαφή στόχο αλλά και με σαφώς χαλαρότερη διάθεση και περισσότερο αισιόδοξη προσέγγιση.
Μέση οικογένεια Ανατολικογερμανών, ζει στο γνωστό περιβάλλον ψιλο-στέρησης αγαθών, ελευθεριών αλλά και ερεθισμάτων την περίοδο λίγο πριν την πτώση του τείχους και την ενοποίηση. Η μητέρα ξαφνικά πέφτει σε κώμα, ενώ το ανατολικό Βερολίνο περνάει απότομα στο δυτικό τρόπο λειτουργίας. Στο μεταξύ, επειδή ως γνωστόν κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις, η μετάβαση αυτή δεν είναι ρόδινη και τα αγαθά του καπιταλισμού δεν είναι και τόσο προσβάσιμα, όσο νόμιζε η μέση αυτή οικογένεια. Έτσι η κόρη αφήνει τη σχολή και δουλεύει σε φαστφουντάδικο, ενώ ο γιος τραβάει ζόρι προσαρμογής γερό.
Μέσα σε όλα αυτά λοιπόν, ξυπνάει και η μάνα από το κώμα και ο γιατρός προτείνει αποφυγή συγκινήσεων και ομαλή μετάβαση στην πραγματικότητα του έτους στο οποίο ξυπνάει. Έτσι τα αδέλφια μαζί με ένα φίλο τους κάνουν τα πάντα για μην καταλάβει άμεσα ότι δεν υπάρχει πια ανατολική Γερμανία μετατρέποντας ένα διαμέρισμα 90τμ σε μαυσωλείο του προσφάτως απολεσθέντος καθεστώτος -πολύ γέλιο, η σκηνή με τα τουρσιά.
Αρκετά αστείο, πολιτικοποιημένο, ρεαλιστικό, ρίχνει αντικειμενική ματιά στην πραγματικότητα των απλών ανθρώπων μετά την ενοποίηση μέσα όμως από έντονη αυτοσαρκαστική διάθεση και χιούμορ.
Αρκετά ενδιαφέροντα θεωρώ και κάποια σύντομα εμβόλιμα πλάνα, ειδικά στην εισαγωγή, από πραγματικό αρχείο, τόσο από γνωστά σημεία του ανατολικού Βερολίνου και την πτώση του τείχους, όσο και από τη χρονιά που ακολούθησε με τις εσωτερικές αλλαγές στη Γερμανία. Όμορφο!

Το κύμαDie Welle [Το κύμα], Dennis Gansel (2008)

Βασισμένη σε ένα πραγματικό περιστατικό που έλαβε χώρα στην Καλιφόρνια του 1967, η ταινία επιχειρεί να δώσει απάντηση στο αν υφίσταται οποιαδήποτε μορφή φασισμού στις σύγχρονες κοινωνίες. Από την αρχή κιόλας ο Gansel φαίνεται πως ευνοείται από το σενάριο, καθώς η συγκεκριμένη θεματολογία βρίσκει απόλυτη εφαρμογή στη γερμανική κουλτούρα λόγω του ιστορικού της παρελθόντος. Ο σκηνοθέτης κοιτάζοντας κατάματα τη νεολαία, διακρίνει στάση απάθειας και αδιαφορίας, προερχόμενη από την πολιτισμική εξέλιξη και την επιφανειακή ερμηνεία των λαθών του ιστορικού παρελθόντος. Έτσι μέσω του βασικού του ήρωα, που δεν είναι άλλος από έναν αρκετά free thinker καθηγητή Λυκείου, ο σκηνοθέτης δίνει μέσω της μυθοπλασίας φυσικά, σάρκα και οστά στο προαναφερόμενο πείραμα.
Μετατρέπει την τάξη του λοιπόν σε μια προσομοίωση φασιστικής ιεραρχικής κοινότητας, εφαρμόζοντας τα κοινωνιολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά που ορίζει η επιστήμη ότι χαρακτηρίζουν την εν λόγω ιδεολογία. Έτσι οι τελευταίοι έσονται πρώτοι, οι πρώτοι σκληροί κανόνες επιβάλλονται, η ιεραρχία στήνεται, οι αρμοδιότητες μοιράζονται και το σχέδιο τίθεται σε λειτουργία, τόσο καλοστημένα που κινδυνεύει να χαρακτηριστεί cool- πράγμα για το οποίο κατηγορήθηκε ο σκηνοθέτης.
Η νεανική έλλειψη πυκνότητας σκέψης όμως δεν συνυπολογίζεται και έτσι το πείραμα ξεφεύγει και τα αποτελέσματα ξεσπούν όντως σαν ένα κύμα που σαρώνει πολλά και αποδεικνύει την ευκολία με την οποία η ανθρώπινη ανάγκη για δύναμη μπορεί να οδηγήσει, αν της δοθούν τα κατάλληλα ερεθίσματα, σε ολοκληρωτισμό.
Η ιδέα της ταινίας είναι πολύ ενδιαφέρουσα, όμως, ας μου επιτραπεί να παρατηρήσω ότι τόσο σεναριακά παρουσιάζει κάποια κενά (κυρίως ως προς την επιφανειακότητα στην προσέγγιση των χαρακτήρων), όσο και σκηνοθετικά (παραπέμπει σε κάποια σημεία σε teen movie στο πιο σκοτεινό της). Ενδιαφέρουσα αλλά με κενά, η τελευταία λέξη δική σας.

Το πείραμαDas Experiment [Το πείραμα], Oliver Hirschbiegel (2001)

Φιλμ που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση και επανήλθε ως remake από αμερικανό σκηνοθέτη, χωρίς κατά τη γνώμη μου να αγγίξει την μπρουταλιά του Γερμανού Hirschbiegel.
Πρόκειται για το πασίγνωστο «Πείραμα», ταινία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με πείραμα που έγινε το 1971 στις ΗΠΑ.
20 άνδρες με διαφορετικά background, διαφορετικές ψυχοσυνθέσεις και κίνητρα που σίγουρα δε σχετίζονται με την πενιχρή αμοιβή των 2000 δολαρίων, δέχονται να αποτελέσουν αντικείμενο ενός μυστικού Πειράματος. Οκτώ από αυτούς (φυσικά, όχι τυχαία) χρίζονται δεσμοφύλακες και οι υπόλοιποι δώδεκα κρατούμενοι, σε μια παλιά φυλακή, υψίστης ασφαλείας -φυσικά υπό ασταμάτητη παρακολούθηση από κάμερες- πράγμα που αποτελεί σαφή αναφορά σε κάθε μορφή σύγχρονου φαινομένου «Μεγάλου Αδελφού».
Σύντομα γίνεται αντιληπτό στο θεατή ότι οι πραγματικές προθέσεις των μελετητών διαφέρουν από τις επίσημες. Το όλο «Πείραμα» ξεκινάει σαν ένα παιχνίδι ρόλων, το οποίο προσκρούει στην απωθημένη μαυρίλα του ανθρώπινου ψυχισμού που απελευθερώνεται και εκφράζεται μέσα από την αντιστροφή των πραγματικών κοινωνικών ρόλων, οπότε ο καταπιεσμένος γίνεται φορέας εξουσίας.
Επίσης γίνεται σαφής κριτική στην ουτοπία κάποιων μορφών εξουσίας που υπόσχονται ευημερία μέσω του ολοκληρωτισμού. Έτσι ο καταπιεσμένος γίνεται δυνάστης στη θέση εκείνων που τον καταδυνάστευσαν και η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο.
Θα μπορούσε επίσης κανείς παρακινδυνευμένα επίσης να παρατηρήσει και μια διακριτική αναφορά σε απομεινάρια ναζιστικής ιδεολογίας στο mentality (τρόπο σκέψης) του γερμανικού λαού, τα οποία βρίσκονται στο υποσυνείδητο σύμφωνα με το σκηνοθέτη και τους δημιουργούς.
Έντονα συμβολική ταινία, εγείρει συναίσθημα, σε βάζει σε τριπάκι κοινωνιολογικής προσέγγισης ενός ψυχομετρικού τεστ και γενικότερα σε κρατάει στην τσίτα γιατί οι ερμηνείες είναι δυνατές, ακριβείς και ωμές. Θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει, επίσης παρακινδυνευμένα, ως ένα ψυχομετρικό Matrix, καθώς πέραν του προφανούς θα μπορούσε κανείς να κάνει υποθέσεις για την πραγματική έκβαση της ανθρώπινης συμβίωσης σε ένα status quo διαφορετικό από αυτό που γνωρίζουμε.
Extra Tip: Ο βασικός πρωταγωνιστής Moritz Bleibtreu/ζωντανή απόδειξη ότι οι Γερμανοί άντρες δεν είναι ψυχροί, my dear…

Καλές Προβολές!

Μοιραστείτε:  

Tags: