Νίκος Παππής

Tennis is the drug

Γέννημα – θρέμμα της Χαλκίδας, οι περισσότεροι Χαλκιδέοι τον θυμούνται να σερβίρει ποτά στο GAZ και τα τελευταία χρόνια να κυκλοφορεί με τη μεγάλη τσάντα γεμάτη ρακέτες και σύνεργα του τένις. Ο Νίκος Παππής ασχολήθηκε μικρός με το τένις αλλά μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα όπου έζησε τη ζωή ενός ροκ-σταρ, επέστρεψε να μας θυμίσει ότι οι παλιές αγάπες μένουν εκεί για να μας προσφέρουν συγκινήσεις που δε θα φανταζόμασταν ότι υπάρχουν. Μετά από πολύ αγώνα, εντατική προπόνηση και πίστη στα θέλω του, φέτος ο Παππής σήκωσε την κούπα της μεγαλύτερης διεθνούς τενιστικής διοργάνωσης που γίνεται στην Ελλάδα: του Τουρνουά Ακρόπολις!

Νίκος Παππής (φωτογραφία Δημήτρης Τσινιάς)

Νίκος Παππής (φωτογραφία Δημήτρης Τσινιάς)

Πώς και ασχολήθηκες με το τένις, τα περισσότερα παιδιά τότε παίζαμε μόνο μπάλα.

Η ιδέα να ξεκινήσω τένις ήταν του πατέρα μου. Κι εγώ μπάλα έπαιζα αλλά εκείνος με πήρε και πήγαμε στα γήπεδα τένις του Βούρκου που υπήρχαν τότε και με προπονητή έναν Ινδό τον Άνατς έκανα τα πρώτα μου βήματα εκεί. Είδα ότι μ’ αρέσει, είχα δύναμη, ταλέντο και -πιστεύω- θέληση. Η προπόνηση με οδηγούσε στους αγώνες και από εκεί, σε Πανελλήνιο πάντα επίπεδο, ήρθαν και οι πρώτες μου διακρίσεις. Βγήκα 3ος στο πανελλήνιο πρωτάθλημα εφήβων το 1988 στα διπλά στην Ελλάδα. Αυτή η διάκριση αποτέλεσε και ένα κομβικό σημείο μιας και αν έβγαινα σε μία από τις 2 πρώτες θέσεις θα έμπαινα χωρίς εξετάσεις στη Γυμναστική Ακαδημία, κάτι που ήταν η τελευταία χρονιά που συνέβαινε, από την επόμενη χρονιά καταργήθηκε. Είχανε ήδη περάσει τα δύο παιδιά που θα παίζαμε μαζί για τις θέσεις του βάθρου και πίστευα ότι μπορεί και να παίζανε πιο χαλαρά προκειμένου να περάσω κι εγώ. Έχασα μετά από 3 ώρες παιχνίδι με 7-6 σετ και έμεινα απ’ έξω. Εκεί, σα να γύρισε ο κόσμος όλος. Προετοιμαζόμουν γι’ αυτόν τον αγώνα 6 χρόνια και όταν έφτασα στη βρύση κάποιος την έκλεισε. Έχασα για πάντα την ευκαιρία  να γίνω ένας καλός γυμναστής και με κέρδισε η νύχτα.

Και εκεί ξεκίνησε ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο.

Δούλεψα στη νύχτα από το 1988 μέχρι το 2011. Έδωσα όλο τον εαυτό μου εκεί. Ήμουν -πιστεύω και από ότι μου λένε και αυτοί που με γνωρίζουν από εκείνα τα χρόνια- ένας πολύ καλός μπάρμαν. Παράλληλα έπαιζα και λίγο τένις αλλά είχα βαρύνει, ήταν και τα ποτά, η νύχτα, ο μύθος… Τότε οι μπάρμεν είχαμε ένα άλλο πρεστίζ και τύχαινε να είμαι στους καλύτερους.

Ακόμα και σήμερα που έχει περάσει μια γεμάτη πενταετία από τα τελευταία σου μεροκάματα στη νύχτα, ο κόσμος αναφέρετε στο όνομά σου όταν μιλάει για τα ανοίγματα του καλύτερου κλαμπ εκείνης της εποχής.

Η νύχτα τότε ήταν πολύ δυνατή και εγώ δούλευα 7 στα 7 μεροκάματα, σερί επί 4 μήνες. Το χειμώνα έπεφτα σε «χειμερία νάρκη». Έτρωγα τα έτοιμα του καλοκαιριού.

Τι σου έμεινε από εκείνα τα χρόνια;

Αναμνήσεις, ωραίες.

Τα αναπολείς;

Δεν αποποιούμαι το παρελθόν μου και κάνω με φίλους πολλές φορές την κριτική μας. Μέχρι εκεί. Με το τένις νιώθω γεμάτος.

Πες μας για το σημείο εκείνο που τράβηξες χειρόφρενο και έκανες το τετ α κε.

Έκοψα το αλκοόλ το 2006. Για μία πενταετία δούλευα πίνοντας μόνο νερό και τότε ήταν που δημιουργήθηκε θόρυβος στη Χαλκίδα για μένα. «Έκοψε το αλκοόλ ο Παππής;» Σε μία νύχτα.

Έχοντας ζήσει τόσα χρόνια έντονα στη νύχτα, δεν υπήρξαν σειρήνες να σου πουν «τι κάνεις τώρα με το τένις, έλα εδώ να ξαναδουλέψεις» ή «γιατί σε ΄χάσαμε»;

Δεν άκουγα τις σειρήνες. Είχα φύγει από τη νύχτα εγκεφαλικά το ‘08 όταν έχασα τη μητέρα μου. Της το είχα υποσχεθεί ότι θα φύγω από τη νύχτα και θα ασχοληθώ με το τένις, θα γίνω αθλητής. Όταν φεύγεις εγκεφαλικά από αυτό που κάνεις, δε λειτουργείς σωστά, δεν μπορείς να πουλήσεις. Εγώ είχα μάθει να πουλάω. Το εαυτό μου πρώτα με όλη την εξωστρέφια που  ήθελε τότε η νύχτα και κατά συνέπεια αλκοόλ αφού ήμουν μπάρμαν. Σήμερα δεν ισχύει αυτό γιατί η νύχτα έχει ξεθωριάσει, έχει χάσει τους εραστές της. Η καινούρια γενιά είναι αλλού. Δε διασκαδάζει τόσο, βγάζει φωτογραφίες. Δε θα ξεχάσω ένα Σαββατόβραδο στο GAZ με 2.000 άτομα μέσα, να ρίχνει κατακλυσμό, εγώ να σερβίρω με μάσκα και αναπνευστήρα και να μη φεύγει ούτε ένας!

Στο τένις πως ξαναβρήκες τα πατήματά σου;

Το ‘09 με ανέλαβε ο Σταύρος ο Ρουμπής και με προπονούσε για ένα χρόνο αφιλοκερδώς, κάθε μέρα επί 2 ώρες. Μπήκα ξανά στο γυμναστήριο και είπα στον Σταύρο ότι θέλω να με κάνει πρωταθλητή Ελλάδος. Το 2010 φτάνω Νο 1 στην Ελλάδα, από το πουθενά, από εκεί που πριν δε με ήξερε κανείς. Παίζω στον τελικό του Ακρόπολις με ένα αθλητή από την Εθνική και μετά από  3 ώρες ματς το όνομά μου γίνεται πλέον γνωστό στους τενιστικούς κύκλους. Νίκος Παππής, Νο 1 στην κατηγορία 40 συν. Κι από εκεί και μετά ήταν σα να μη δούλευα τη νύχτα. Το μυαλό μου ήταν συνέχεια στο τένις και στην σκληρή προπόνηση. Έτσι αργότερα ήρθε ένα Κύπελλο Βετεράνων, κάποιες άλλες διακρίσεις εσωτερικές και το ‘13  στην κορυφαία  έως τότε στιγμή της καριέρας μου, πάω στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα στη Βουλγαρία, όπου οι παίκτες εκεί είναι ο Νο 1 κόσμου, ο Νο 2 κόσμου και πάει λέγοντας. European Senior Championship και βγαίνω 3ος στην Ευρώπη. Τότε ήταν που μπήκα στου 40 καλύτερους αθλητές στον κόσμο στην κατηγορία 40 συν.  Άλλο ένα μεγάλο τουρνουά στο οποία συμμετείχα ήταν στη Μαγιόρκα. Εκεί ήρθα σε επαφή με επαγγελματίες αθλητές που έχουν πολύ καλή φυσική κατάσταση, που ζουν για το τένις και που δεν το έχουν αφήσει ποτέ.

Ένιωσες καθόλου εκεί το κενό που σου άφησαν τα χρόνια που είχες παρατήσει το τένις;

Ναι, και δε ξέρω κι εγώ που θα είχα φτάσει αν δεν το είχα αφήσει για 20-25 χρόνια. Αν κατάφερα να καλύψω αυτό το κενό σε 1μιση χρόνο, που θα έφτανα αν δεν υπήρχε καθόλου; Αυτό το ερώτημα είναι και το μόνο μου απωθημένο. Κάποια στιγμή είχα πει σε ένα φίλο ότι θέλω να μπω στη 100άδα των καλύτερων αθλητών στον κόσμο. Μετά από 1μιση χρόνο ήμουν ήδη το Νο 42.

Τι πιστεύεις ότι χρειάζεται κάποιος για να ολοκληρώσει μία τόσο ριζική αλλαγή πορείας; Υπάρχει κάποιο μυστικό, είναι θέμα dna, μακριών ποδιών, ταλέντου; Τι μπορεί να φέρει τόσο μεγάλες συγκινήσεις;

Η δύναμη του ανθρώπου. Και η στιγμή που θα σου κάνει το κλικ. Μετά, πρέπει να εστιάσεις στο στόχο και να παλέψεις με κάθε μέσο και όλη σου τη δύναμη γι’ αυτόν.

Αυτό είναι που καθορίζει και τη διάρκεια; Δε μπορεί να βγει κάποιος κομήτης μέσα από αυτή τη διαδικασία. Να κάνει το μπαμ για μία χρονιά και μετά να χαθεί;

Όχι. Δεν είναι τένις αυτό. Δεν είναι εύκολο άλλωστε να γίνει κάτι τέτοιο στο τένις. Υπάρχουν βεγγαλικά αλλά λίγα. Τενίστες και τενίστριες που τα δίνουν όλα για λίγο και μετά ξεφουσκώνουν. Το τένις θέλει επιμονή και συνεχή προσπάθεια.

Με εσένα πως λειτούργησε αυτή η συρραφή των δύο περιόδων; Το ξανάπιασες σαν 19άρης όπως το είχες αφήσει;

Σα 18άρης. Νιώθω ακόμα σαν έφηβος. Με έκανε να αισθανθώ έτσι ο Σταύρος ο Ρουμπής.

Ποιος είναι ο επόμενος στόχος;

Ο στόχος που μόλις κατέκτησα ήταν το Τουρνουά Ακρόπολις, το μεγαλύτερο διεθνές τουρνουά που γίνεται στην Ελλάδα. Αυτό είναι ακόμα πολύ φρέσκο, τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου. Το είχα απωθημένο 10 χρόνια! Έπαιξα στον τελικό με έναν Έλληνα αλλά τον κέρδισα σχετικά εύκολα. Με ταλαιπώρησε περισσότερο ο ημιτελικός που έπαιξα με τον αθλητή από τον οποίο είχα χάσει πέρσι και ήταν αυτός που πήρε το τουρνουά. Αυτή τη φορά όμως τον έπαιξα με εντελώς διαφορετική ψυχολογία. Πέρσι ήμουν πιο χαλαρός και αυτό μου στέρησε τη νίκη. Φέτος έδειξα ότι τον έχω και φάνηκε από νωρίς στο αποτέλεσμα.

Που σε «ανέβασε» αυτή η κατάκτηση;

Επειδή δεν παίζω στην Ευρώπη τώρα, περισσότερο με ανέβασε ψυχολογικά. Είχα φτάσει τελικό το ‘10, πήγα 2 φορές ημιτελικούς και άλλες 2 χρονιές που αποκλείστηκα νωρίτερα, κατάφερα να πάρω το κύπελλο. Σαν επόμενο στόχο έχω βάλει, μαζί με τον προπονητή του όμιλου, τον Νίκο τον Μωραΐτη, να προπονήσουμε πολύ δυνατά, σαν sparring partner εγώ, τον Αλέξανδρο τον Ρουμπή που είναι από τα μεγαλύτερα ταλέντα αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα και είναι Χαλκιδέος και να τον ωθήσουμε σε μεγάλες διακρίσεις.

Στη Χαλκίδα υπάρχει πολύς κόσμος που παίζει τένις. Πως δικαιολογείς ότι σε μία τόσο μικρή πόλη υπάρχει τόσο μεγάλο ποσοστό ενασχόλησης με το άθλημα;

Υπάρχουν άτομα που αγάπησαν το τένις και αυτά το άνοιξαν στο ευρύτερο κοινό. Όπως ο πρόεδρος του ομίλου, ο Γρηγόρης Δάσκος που έχει φέρει και έχει φιλοξενήσει στη Χαλκίδα πολύ μεγάλα τουρνουά. Και φυσικά σημαντικό ρόλο έχουν παίξει και οι προπονητές του ομίλου, η Κατερίνα Λυμπεροπούλου και ο Νίκος  Μωραΐτης που στηρίζουν πολύ τα παιδιά.

Γιατί δεν ασχολήθηκες με το fun τένις και στράφηκες στον πρωταθλητισμό;

Είμαι από τη φύση μου εγωιστής, ανταγωνιστικός και αγωνιστής στη ζωή. Και στη νύχτα ακόμα ήθελα να είμαι ο καλύτερος. Την ιδρώνω τη φανέλα με ό,τι καταπιάνομαι. Και το τένις είναι από τα πιο δύσκολα και απαιτητικά αθλήματα. Από νωρίς είχα βάλει τον πήχη ψηλά. Δεν ήξερα αν θα το φτάσω αλλά έκανα πολύ προπόνηση.

Είναι ακριβό σπορ;

Το fun τένις, όχι. Αν κάνεις ταξίδια για αγώνες, ναι.

Όταν αρχίσεις να κερδίζεις αγώνες παίρνεις τίποτα πίσω;

Δεν υπάρχουν υψηλά χρηματικά έπαθλα σε Seniors τουρνουά. Μόνο στα επαγγελματικά τουρνουά από Juniors και πάνω. Μόνο αίγλη. Στο δικό μου μικρόκοσμο νιώθω επαγγελματίας.  Πήρα μία βαλίτσα και πήγα στη Βουλγαρία να παίξω τένις! Μπαίνεις σε ένα camp με τους καλύτερους αθλητές στον κόσμο και είσαι κι εσύ εκεί με την Ελληνική σημαία! Ο Παππής από τη Χαλκίδα. Τι άλλο θέλεις;

Τι άλλο γεμίζει τον ελεύθερο χρόνο σου;

Το ψάρεμα! Πάω για ψάρεμα με τη βάρκα με το φίλο μου τον Κάκο.

Τι θα έλεγες σε κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με το τένις;

100% να το κάνει. Είναι ένα άθλημα που μπορείς να το κάνεις μέχρι τα 90 σου. Έχω δει σε Masters, αθλητές που είναι 80 χρονών και αγωνίζονται σε υψηλό επίπεδο. Το τένις θέλει 2 άτομα, 2 ρακέτες, 1 court και πάμε!

Εσύ πότε σκέφτεσαι να κρεμάσεις τη ρακέτα;

Ποτέ!

Μοιραστείτε: