Βαγγέλης Ραπτόπουλος

Με συλλογική συνείδηση

Σε ένα κόσμο που «μόνο τέλειος δεν είναι», προσπαθεί να φωτίσει τις παθογένειες άλλων εποχών με βοηθούς το γράψιμο και την επικοινωνία μέσω του ραδιοφώνου, των κοινωνικών δικτύων και των παρουσιάσεων των βιβλίων του ανά τη χώρα. Με αφορμή το τελευταίο του μυθιστόρημα, «Μοιρολα3» (εκδόσεις Τόπος) ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος μιλάει στο περιοδικό «Αν» για το δρόμο που χρειάζεται το «εγώ» να γίνει «εμείς».

βαγγελης-ραπτοπουλος

Μετράτε συνολικά περισσότερους από είκοσι τίτλους βιβλίων. Υπάρχει το αγαπημένο; Υπάρχει άραγε και το… καταραμένο;

Όλα τους τα μισώ και τ” αγαπάω εξίσου, με τόσους κόπους και βάσανα που μου στοίχισαν, αλλά και με τόση ευφορία και με την όποια δόξα, μού χάρισαν.

Μετά από τόσα χρόνια, θεωρείτε τη συγγραφή καριέρα και ποιο πιστεύετε ότι είναι το απόγειό της;

Το λογοτεχνικό γράψιμο είναι κάτι πολύ λιγότερο και ταυτόχρονα πολύ περισσότερο από μια συνηθισμένη καριέρα. Πολύ πιο ερασιτεχνικό, αφού βαδίζεις πάντα στα τυφλά και στο βάθος αγνοείς αν έφτασες στην κορυφή ή έκανες μια τρύπα στο νερό. Και μαζί, πολύ πιο ζόρικο, αφού μιλάμε για ένα σαρκοβόρο πάθος όπου επενδύεις όλη σου την ψυχή, για μια ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξίπτωτο ή δίχτυ ασφαλείας. Όσο για το απόγειο της δουλειάς σου, με την πάροδο του χρόνου, ίσως αποδειχτεί ότι ήταν στην αρχή ή στη μέση της διαδρομής, και όχι στο φινάλε της. Ή, ακόμα χειρότερα, ότι δεν υπήρχε καθόλου απόγειο, πουθενά.

Το τελευταίο σας μυθιστόρημα, η «Μοιρολα3» (εκδόσεις Τόπος), βασίζεται στο «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα. Ποια ήταν εκείνα τα στοιχεία που σας έκαναν να βρείτε κοινό τόπο με ένα βιβλίο του περασμένου αιώνα και μιας τελείως άλλης Ελλάδας;

Το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Δέλτα μιλάει για ένα χρεοκοπημένο και διεφθαρμένο βασίλειο ονόματι Μοιρολατρία, που θυμίζει σε ανατριχιαστικό βαθμό τη σημερινή Ελλάδα. Η ζοφερή αυτή εικόνα αλλάζει όταν ένα μέλος της ηγεσίας της χώρας κατορθώνει να ξεσηκώσει τον λαό ώστε να βελτιωθούν τα πράγματα. Είναι μια πολιτική αλληγορία που φωτίζει τις διαχρονικές παθογένειές μας, με κορυφαία, τη μοιρολατρική αδράνεια. Προκειμένου να κάνω την υπόθεση ακόμα πιο σύγχρονη, τη μετέφερα σ” ένα κοντινό μέλλον, όπου ο πλανήτης μας έχει καταστραφεί οικολογικά και οι άνθρωποι έχουν ξαναγίνει αγρότες που ζουν ανάμεσα στα ερείπια της υψηλής τεχνολογίας.

Η Χαλκίδα παραμένει ένα σήμα κατατεθέν της νεότητάς μου, ένα κομμάτι υπαρκτής μαγείας.

Η «Μοιρολα3» είναι ένα κάλεσμα για μια μεγαλύτερη από ποτέ ανάγκη εδραίωσης της συλλογικής συνείδησης… από το «εγώ» πρέπει να περάσουμε στο «εμείς». Νομίζετε ότι συμβαίνει κάτι ανάλογο τώρα τελευταία και στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;

Υπό μία έννοια, ναι. Οι ψηφοφόροι εγκατέλειψαν την αδιαφορία και την απάθεια όπου είχαν βουλιάξει στα χρόνια πριν από την οικονομική κρίση. Εγκατέλειψαν τα παραδοσιακά αστικά κόμματα και έφεραν στην εξουσία ένα πρώην μικροσκοπικό κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ. Επίσης, τώρα τελευταία, εμφανίστηκαν και φούντωσαν δομές αλληλεγγύης που ήταν άγνωστες παλαιότερα: από κοινωνικά ιατρεία και παντοπωλεία μέχρι φροντιστήρια και συσσίτια. Ωστόσο, μάλλον έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας μέχρι να δούμε την αντικατάσταση του «εγώ» από το «εμείς». Η αλλαγή είναι ακόμα στα σπάργανα.

Μια τόσο δύσκολη, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά, εποχή πιστεύετε ότι βοηθάει τις τέχνες να εξελιχθούν και, κυρίως, να βρουν το κοινό τους; Ποιες μορφές τέχνης θεωρείτε ότι επωφελούνται και ποιες έχουν περισσότερες δυσκολίες;

Στα προ κρίσης χρόνια, η τέχνη είχε καταντήσει διακοσμητική, πασατέμπος για να περνάει η ώρα. Από δω και πέρα, νομίζω ότι θ” αναδυθεί ένα άλλο είδος τέχνης, πιο κοινωνικής και ίσως πιο πολιτικοποιήμενης, που θα μπορεί να εμψυχώνει τον κόσμο και να του ανεβάζει το ηθικό. Μια τέχνη με πνευματικές αξίες, η οποία θα κληθεί να καλύψει σταδιακά το κενό που αφήνει πίσω της η ύψιστη αξία της προηγούμενης εποχής, το χρήμα.

Εύχομαι ο ΣΥΡΙΖΑ να μην προδώσει το λαϊκό αίσθημα και τα θύματα της κρίσης που τον έφεραν ως εδώ, εύχομαι να μην απαγγείλουμε ξανά τους γνωστούς στίχους του εθνικού μας ποιητή: «Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε, πάντοτ’ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε».

Τελικά η Τέχνη μιμείται ή διορθώνει την πραγματικότητα;

Εν μέρει τη μιμείται και εν μέρει τη διορθώνει, αλλιώς δεν είναι Τέχνη. Και η μεν μίμηση της πραγματικότητας είναι απαραίτητη ώστε να γίνει πειστικό ένα έργο τέχνης. Η δε διόρθωσή της οφείλεται στο γεγονός ότι, ως γνωστόν, ο κόσμος μας μόνο τέλειος δεν είναι. Χάρη στην τέχνη, παίρνουμε εκδίκηση απέναντι σ” όλες τις ατέλειες της ζωής, απέναντι σ” όλες τις αδικίες της. Με άλλα λόγια, τις αποκαθιστούμε και εξιλεωνόμαστε.

Ποια είναι η σχέση σας με τη Χαλκίδα;

Προερχόμενο από την Πάρο, το σόι της μάνας μου έφτασε πριν από χρόνια και σκορπίστηκε σχεδόν σ” ολόκληρη τη νότια Εύβοια, από το Αλιβέρι ως τη Χαλκίδα. Ένα σωρό συγγενείς μας ζουν στη Βάθεια, όπου έχουμε κι εμείς εξοχικό. Τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας, λοιπόν, τα περνούσα αποκλειστικά εκεί, και είτε στον πηγαιμό είτε στην επιστροφή διασχίζαμε συχνά τη Χαλκίδα. Όποτε πετυχαίναμε τη συρταρωτή γέφυρα του Ευρίπου ανοιχτή προκειμένου να περάσει κάποιο πλοίο, ένιωθα θεατής τής πιο μεγάλης ατραξιόν εκείνης της εποχής. Για να μη μιλήσω για το μυστήριο με τα «τρελά νερά»του πορθμού. Αργότερα λάτρεψα τον υμνητή της πόλης, τον μεγάλο Σκαρίμπα, όχι μόνο μέσ” απ” το έργο του, αλλά ακόμα και ως ήρωα του μυθιστορήματος του Λουντέμη, «Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους». Η Χαλκίδα παραμένει ένα σήμα κατατεθέν της νεότητάς μου, ένα κομμάτι υπαρκτής μαγείας.

Όντας ένας τόσο παραγωγικός συγγραφέας, έχω βιώσει μεγάλα διαστήματα απομόνωσης και εσωστρέφειας, γράφοντας. Αντιθέτως, το να απευθύνεσαι μέσω ραδιοφώνου σ” ένα πολυπληθές ακροατήριο, είναι ένας παροξυσμός εξωστρέφειας.

Εκτός από τα βιβλία σας, πολλοί σας γνωρίζουν από τις ραδιοφωνικές εκπομπές σας. Ποια ανάγκη ικανοποιείτε μέσα από το ραδιόφωνο που δεν καλύπτεται από τη συγγραφική σας ιδιότητα;

Ραδιοφωνικές εκπομπές κάνω από το 1983: επί χρόνια στην ΕΡΤ, αργότερα στον «Εν Λευκώ» και αλλού. Είναι πηγή βιοπορισμού, αλλά και μεγάλη απόλαυση για μένα. Καθόλου τυχαία, στο δεύτερο βιβλίο μου, τα «Διόδια» (1982), που μεταφέρθηκε και στην τηλεόραση, πρωταγωνιστεί ένας ερασιτεχνικός ραδιοφωνικός σταθμός. Λατρεύω αυτό το μέσο επικοινωνίας. Όντας ένας τόσο παραγωγικός συγγραφέας, έχω βιώσει μεγάλα διαστήματα απομόνωσης και εσωστρέφειας, γράφοντας. Αντιθέτως, το να απευθύνεσαι μέσω ραδιοφώνου σ” ένα πολυπληθές ακροατήριο, είναι ένας παροξυσμός εξωστρέφειας. Επιπλέον, αντί για τον προσεκτικά διατυπωμένο, διϋλισμένο και επεξεργασμένο γραπτό λόγο ενός βιβλίου, εδώ έχουμε μια χύμα γλώσσα, αυτοσχεδιασμό, λόγια του αέρα. Για έναν συγγραφέα, το ραδιόφωνο είναι, όπως θα έλεγε κι ο Ρασούλης, «η εκδίκηση της γυφτιάς».

Η τωρινή καθημερινή εκπομπή σας «Στο Κόκκινο» («Και λίγα λέω», 22:00-23:00), σε τι διαφέρει από τις προηγουμένες;

Άρχισα να δουλεύω «Στο Κόκκινο» τον Απρίλιο του 2013, όταν ανέλαβε τη διεύθυνση του σταθμού ο Κώστας Αρβανίτης. Η εκπομπή μου εκεί αποτελεί κι ένα είδος πολιτικής χειρονομίας. Όπως ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, στήριξα τον ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις φοβερές ανεπάρκειές του, προκειμένου να φύγουν από τη μέση οι προηγούμενοι που διέλυσαν τη χώρα. Δεξιοί και σοσιαλδημοκράτες αποδείχτηκαν τόσο άχρηστοι και ανάλγητοι, έτσι όπως διαχειρίστηκαν την οικονομική κρίση, ώστε ακόμα και στοιχειώδη μέτρα αστικού εκσυγχρονισμού εάν πάρει η κυβέρνηση, θα είμαι ικανοποιημένος. Ωστόσο, τα πράγματα δεν μου φαίνονται και τόσο αισιόδοξα, κι έχω πια μειωμένες προσδοκίες, μετά απ” το οικονομικό πραξικόπημα που ζήσαμε το καλοκαίρι και τον οδυνηρό συμβιβασμό του Τσίπρα με τη διεθνή τραπεζοκρατία. Παρά τους ερασιτεχνισμούς και τις αδυναμίες του, το πάλεψε στη διαπραγμάτευση, και δεν είναι διαπλεκόμενος, αλλά πόσο φιλολαϊκή και αριστερή μπορεί να είναι η πολιτική του, με το νέο μνημόνιο; Θα συγκρουστεί με τα ντόπια συμφέροντα; Θα μειωθούν η αδικία και η ατιμωρησία που βασιλεύουν στη χώρα μας; Εύχομαι ο ΣΥΡΙΖΑ να μην προδώσει το λαϊκό αίσθημα και τα θύματα της κρίσης που τον έφεραν ως εδώ, εύχομαι να μην απαγγείλουμε ξανά τους γνωστούς στίχους του εθνικού μας ποιητή: «Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε, πάντοτ’ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε». Μια ενδεχόμενη αποτυχία αυτής της κυβέρνησης θα σημάνει την παλινόρθωση των διεφθαρμένων που την αντιπολιτεύονται, θα ζημιώσει άσχημα την υπόθεση της Αριστεράς στην Ελλάδα, και ίσως οδηγήσει σε μια γιγάντωση του φασισμού.

9+1 στοιχεία για το συγγραφικό έργο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

  • Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος (Αθήνα, 1959) εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο στα είκοσί του.
  • Έχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα και νουβέλες: «Η αυτοκρατορική μνήμη του αίματος», «Λούλα», «Mαύρος γάμος», «Χάσαμε τον Μπαμπά», «Φίλοι», «Η Μεγάλη Άμμος», «Η πιο κρυφή πληγή» κ.ά.
  • Σπονδυλωτά έργα: «Έμμονες ιδέες», «Η γενιά μου», «Ιστορίες της Λίμνης».
  • Μια σειρά βιβλίων μεταξύ χρονικού και αυτοβιογραφίας: «Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο;», «Η δική μου Αμερική», «Λίγη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας», «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας».
  • Καθώς και μια συλλογή-σύνθεση με μεταφρασμένα αποσπάσματα από αρχαίους έλληνες συγγραφείς.
  • «Τα τζιτζίκια» εκδόθηκαν στα αγγλικά, «Η απίστευτη ιστορία της πάπισσας Ιωάννας» στα ιταλικά.
  • «Ο εργένης» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, τα «Διόδια» στην τηλεόραση, ενώ «Η επινόηση της πραγματικότητας» διασκευάστηκε θεατρικά.
  • Συνολικά έχουν τυπωθεί περισσότερα από 250.000 αντίτυπα των βιβλίων του.
  • Το προσωπικό αρχείο του βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.
  • Ανεβάζει υλικό στο site του και στο προφίλ του στο Facebook.
Αυτή τη χρονιά δύο βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου ανεβαίνουν στο θεατρικό σανίδι. Το πρώτο είναι ο «Μαύρος Γάμος» σε σκηνοθετική επιμέλεια Σοφίας Φιλιππίδου στο Θέατρο Τέχνης, στις αρχές Νοεμβρίου. Δεύτερος τίτλος, η «Λούλα» από την ομάδα Elephas Tiliensis ξεκινάει στις 25 Ιανουαρίου 2016, στο Θέατρο Νέου Κόσμου σε μια παράσταση αυστηρά ακατάλληλη για ανηλίκους.
Μοιραστείτε:  

Παιδί ενός μεγάλου έρωτα, γεννήθηκε στην Αθήνα και τελείωσε το λύκειο στη Χαλκίδα μετά από μια οικογενειακή περιπλάνηση ανά την Ελλάδα. Επέστρεψε στην Αθήνα για σπουδές (πτυχιούχος Τεχνολογίας Τροφίμων, ΤΕΙ Αθήνας), οι οποίες καθυστέρησαν να ευοδωθούν, αφού στο δρόμο της μπήκε η δημοσιογραφία. Όταν της δόθηκε η δυνατότητα, συνδύασε τις επιστημονικές γνώσεις με την αγάπη της για το γράψιμο και έτσι, τα τελευταία εννέα χρόνια εργάζεται σαν food editor (Αρχισυντάκτρια στα Περιοδικά Αρτοποιίας – Ζαχαροπλαστικής της Forum AE). Στον ελεύθερό της χρόνο ζωγραφίζει, διαβάζει λογοτεχνία και ζώδια, γράφει ιστορίες για περίεργους ανθρώπους και εκπαιδεύει γάτες. Μιλάει τρεις ξένες γλώσσες, είναι ερωτευμένη με τον Morrissey, δεν ζει χωρίς internet και όνειρό της είναι να γυρίσει τον κόσμο, μένοντας πάντα σε πόλεις που βλέπουν προς την δύση.