Το πιο άχνη(στό) δέντρο

Σε μια πολυάριθμη πολιτεία, όπου οι άνθρωποι ζούσαν σε πελώρια τσιμεντένια σπίτια βρέθηκαν δύο ηλιόλουστοι άνθρωποι. Ο Παύλος και η Μαμά του.

Το πιο άχνη(στό) δέντρο– Μαμά;
– Εδώ είμαι Παυλίνο μου!
– Πονάει η κοιλιά μου μαμά, δεν θέλω να πάω σχολείο σήμερα και θέλω τηγανίτες με κακάο για πρωϊνό!
Φώναξε ο Παύλος και κρύφτηκε κάτω από τη χνουδωτή καφετιά του κουβέρτα.
Άφηνε πάντα ένα φωτάκι στο δωμάτιό του, που φώτιζε ένα αλλιώτικο σύμπαν κάτω από την κουβέρτα του. Οι κάλτσες γίνονταν αυτοκίνητα, η αγαπημένη του μπάλα, διαστημόπλοιο και το μαξιλάρι του, μαγικό χαλί. Ανέβαινε επάνω του καμαρωτός και με ένα ξόρκι έφτανε πάνω από τα σύννεφα.
– Ξου – Ξου Χιόνι και φρού φρού Ξου – Ξου στείλτε με αλλού!
– Παυλίνο, πού είσαι; Ακούστηκε η Μαμά του.
Κατέβηκε μονομιάς από το μαγικό του χαλί και το χλωμό του προσωπάκι με τα ροδαλά μαγουλάκια ξεπρόβαλε απ’ την κουβέρτα.
– Τί έχεις καλό μου παιδάκι;
– Νιώθω λίγο άρρωστος μαμά, νομίζω ότι έχω κάτι πολύ σοβαρό και θά ‘ταν κρίμα να κολλήσω τους φίλους μου στο σχολείο. Δεν θά ‘ταν κρίμα; Ρώτησε με αγωνία ο Παύλος τη μαμά του Λίζα.
– Δηλαδή; Τί νιώθεις ακριβώς;
– Νομίζω ότι υποφέρω, να πώς να στο εξηγήσω …την τελευταία εβδομάδα φοβάμαι ότι έχω παραισθήσεις! Θυμάσαι εκείνη την πορτοκαλιά δίπλα στην τάξη μου, στην αυλή του σχολείου; Κάθε φορά που πλησιάζω με κοιτάζει περίεργα τρομάζω και τρέχω γρήγορα στο θρανίο μου. Οι φίλοι μου γελάνε μαζί μου και εγώ αποφεύγω να βγαίνω στα διαλλείματα! Για αυτό σου λέω, ίσως να είναι επικίνδυνο και κολλητικό! Είπε με γουρλωμένα μάτια.
– Εντάξει τότε, αφού είσαι άρρωστος τότε κι εγώ θα ακυρώσω την επίσκεψή μας στον κήπο.
– Ε ;;; Δηλαδή σε ποιον κήπο;
– Εκείνο το γυάλινο αίθριο που είναι στην έξοδο της πόλης και ήθελες πάντα να επισκεφθούμε. Αγόρασα πριν ένα μήνα δύο εισιτήρια, γιατί αυτές τις ημέρες έχει πολύ κόσμο. …Κρίμα όμως γιατί ήθελα να σου κάνω έκπληξη! Ας είναι, θα ειδοποιήσω να τα δώσουν σε άλλη οικογένεια.
– Ναι αλλά μανούλα, ούτε θερμόμετρο μου έβαλες, ούτε είδες το λαιμό μου, τώρα που το σκέφτομαι. Αν μου έφτιαχνες εκείνο το κακάο ίσως να αισθανόμουν λίγο καλύτερα! Και πήρε τη μαμά του
αγκαλιά.
– Αχ Παυλίνο μου, δεν θέλω να στεναχωριέσαι. Το ξέρω ότι σου λείπει η γιαγιά και ο παππούς και οι φίλοι σου, όμως σημασία έχει ότι είμαστε μαζί και θα τα καταφέρουμε. Εγώ θα δουλεύω όσο περισσότερο μπορώ, εσύ θα διαβάζεις όσο καλύτερα μπορείς τα μαθήματά σου και ο καιρός θα περάσει. Την Άνοιξη θα γυρίσουμε πίσω, στο υπόσχομαι!

Ο Παύλος από τότε που μετακόμισαν σε εκείνο το διαμέρισμα στην πόλη, όλο αρρώσταινε.
Η μαμά του είχε έρθει αντιμέτωπη με τις πιο σπάνιες ασθένειες. Οξεία τουρτίτιδα! Τρομερή Μανταρινίαση! Επικίνδυνη Καραμελοφαγία που συνοδευόταν από κίτρινες πανάδες και άλλες τέτοιες εξαιρετικά θανατηφόρες ασθένειες! Ευτυχώς όμως ο μικρός Παύλος τις ξεπερνούσε.
Η κα Λίζα, η μαμά του Παύλου, ήταν μια αξιαγάπητη κυρία με μακριές καστανές μπούκλες, πεντακάθαρα ρούχα, ολίγον τι παλιομοδίτικα αλλά πάντα περιποιημένα.
Το περασμένο καλοκαίρι αναγκάσθηκε να πάρει το αγοράκι της και να αναζητήσει δουλειά στην πόλη. Δεν ήταν εύκολα, και κουραζόταν πολύ, αλλά ποτέ δεν το έδειχνε στον Παυλίνο της. Έτσι φώναζε το επτάχρονο αγοράκι της, που κάθε φορά που την κοίταζε με τα καταπράσινα ολοστρόγγυλα ματάκια του, ο κόσμος της γινόταν διάφανος, καραμελένιος!
Είχαν βρει ένα διαμέρισμα με δύο δωμάτια που είχε τα απολύτως απαραίτητα, αλλά μοσχομύριζε φροντίδα και αγάπη. Η μαμά του προσπαθούσε με μεγάλες στερήσεις να αγοράζει τα βασικά και δεν ξέχναγαν ποτέ τη συμφωνία τους. Κάθε φορά που ένας από τους δυο τους ήθελε απελπισμένα να αγοράσει κάτι επιπλέον, έπινε ένα ποτήρι γάλα, γέμιζε το στόμα του με ένα μπισκότο και κατάπινε την επιθυμία του όσο πιο βαθιά γινόταν.
Το ήξεραν από την αρχή πως δεν θά ‘ταν εύκολα. Η ελπίδα και η θέλησή τους όμως να τα καταφέρουν ήταν μεγαλύτερη.
– Πάω να φτιάξω ένα κακάο . Όταν γυρίσω να έχεις ντυθεί και να έχεις φορέσει και τα παπούτσια σου!
– Αμέσως μανούλα ! Φώναξε ο Παύλος και έδωσε μια και πετάχτηκε από το κρεβάτι του.
Μόλις ετοιμάστηκαν έφυγαν με μεγάλη προσμονή και λαχτάρα. Δεν είχαν ξαναπάει σ’ αυτόν τον κήπο. Η μαμά του Παύλου, δούλευε στα κεντρικά γραφεία αυτής της επιχείρησης που εμπορευόταν έλατα, που ήταν όμως στο κέντρο της πόλης. Στον κήπο αυτό μόνο οι προμηθευτές πήγαιναν με τα φορτηγά τους που έφερναν τα πιο όμορφα έλατα, όπως ήταν γνωστό.
Η κα Λίνα, η συνάδελφος της μαμάς του Παύλου της είχε εξασφαλίσει δύο εισιτήρια προτεραιότητας, και σίγουρα ήταν η κατάλληλη μέρα να τα εξαργυρώσουν.
Σε δύο εβδομάδες ήταν τα Χριστούγεννα!
Δεν είχαν προλάβει να κάνουν στο σπίτι καμία ετοιμασία ακόμα. Ο Παύλος επέστρεφε το μεσημέρι στο σπίτι της γειτόνισσας όπου περίμενε την μητέρα του να γυρίσει απ’ τη δουλειά ως τις έξι το απόγευμα. Η μαμά του, επέστρεφε πάντα με ένα χαμόγελο, έπαιρνε αγκαλιά τον Παυλίνο της και ορμούσαν σαν πειρατές στο σπιτάκι τους, έτοιμοι να το βομβαρδίσουν με μαξιλάρια και παντόφλες!
Έφτασε όμως η μέρα για τον περίφημο κήπο και ήταν σίγουρα η πιο όμορφη ημέρα του κόσμου. Είχαν το δικαίωμα να διαλέξουν όποιο έλατο ήθελαν. Το πιο μεγάλο! Το πιο όμορφο! Ευτυχώς ήταν δώρο από την εταιρεία της μαμάς.
Μέσα στο λεωφορείο δεν μίλαγε κανείς τους. Τόση ήταν η αγωνία τους που το μόνο που σκεφτόταν ο καθένας τους ήταν το πόσο όμορφο θα ήταν στολισμένο.
Λίγο αργότερα έφτασαν. Μπροστά σε μια γυάλινη πόρτα με μια τεράστια επιγραφή: «Ο κήπος των Χριστουγέννων».
Ένας κύριος με πράσινη στολή και κατακόκκινη μύτη, πήρε τα εισιτήριά τους, επιβιβάστηκαν σε ένα ηλεκτρικό έλκηθρο και κατευθύνθηκαν στον πρώτο τομέα.
Αυτός ο κήπος ήταν ένα τεράστιο αίθριο, μία γυάλινη πολιτεία πλημμυρισμένη με φως.
Ο πρώτος τομέας είχε μικρά σε μέγεθος έλατα.
Δέντρα για μικρά σπίτια, για γραφεία ή επιχειρήσεις σκέφτηκε η μαμά του. Ενώ ο Παύλος πίστευε ότι προορίζονταν για σπίτια νάνων.
Δεν τους άρεσε και συνέχισαν στο δεύτερο τομέα.
Εκεί βρίσκονταν έλατα χρωματιστά. Ποτέ δεν φανταζόταν ο Παύλος ότι υπήρχαν δέντρα φούξια, μπλε, κίτρινα και μωβ.
Μάλλον προορίζονται για βιτρίνες καταστημάτων είπε η μαμά του ενώ ο Παύλος θυμήθηκε ότι την τελευταία φορά που έφαγε βατόμουρα η γλώσσα του είχε γίνει μωβ!
Θα θέλαμε να περάσουμε στον επόμενο τομέα, είπε η κα Λίζα στον οδηγό τους και προχώρησαν τριάντα τετράγωνα πιο κάτω. Τόσο μακριά του φάνηκε του Παύλου.
Ο τρίτος τομέας είχε έλατα μόνο με κλαδιά. Δέντρα χρωματιστά αλλά χωρίς φύλλα.
– Μαμά; Πού πήγαν τα φύλλα τους; Ρώτησε ο Παύλος τρομαγμένος.
– Θα πέρασαν καμιά σπάνια αρρώστια και θα του έπεσαν τα φύλλα, είπε η μαμά του γελώντας.
Έκανε τότε νεύμα στον οδηγό να περάσουν στον επόμενο και τελευταίο τομέα.
Ο Παύλος έμεινε με το στόμα ανοιχτό! Η μαμά του δεν ήξερε πού να πρωτοκοιτάξει!
Έλατα που έφταναν ως τον ουρανό. Διώροφα, τριώροφα, παχουλά με φουσκωτά χεράκια και άρωμα Χριστουγέννων.
Μαμά κοίτα! Ένα έλατο τόσο ψηλό, μου φαίνεται ότι θα χρειαζόμαστε δύο καρέκλες για να το φτάνουμε. Έλα Μαμά πες στον κύριο να σταματήσει. Αυτό ήταν το κατάλληλο δέντρο για αυτούς, το κατάλαβε αμέσως η μαμά του.
Θα θέλαμε να μας στείλετε αυτό το δέντρο στο σπίτι μας, παρακαλώ. Είπε η μαμά του.
Τότε ο οδηγός με την κατακόκκινη στρουμπουλή του μύτη έδωσε εντολή να το συσκευάσουν και να το στείλουν αμέσως.
Η χαρά τους ήταν απερίγραπτη. Άρχισαν να τραγουδάνε τα κάλαντα από την χαρά τους. Τρισευτυχισμένη πήραν το δρόμο της επιστροφής. Μόλις έφτασαν σπίτι, έκαναν χώρο στο μεγάλο δωμάτιο και ότι περίσσευε το έβαλαν στο μικρό. Δεν πρόλαβε καλά καλά να περάσει λίγη ώρα και ακούστηκε το φορτηγό. Ο Παύλος έτρεξε στο παράθυρο φωνάζοντας.
– Ήρθε Μαμά! Τρέξε γρήγορα ν’ ανοίξεις!
Δύο ολοστρόγγυλοι κύριοι με κόκκινους σκούφους και πράσινες φόρμες, μετέφεραν το έλατο και το ακούμπησαν στο κέντρο του δωματίου.
Τότε η μαμά Λίζα και ο Παύλος το κοίταξαν σαστισμένοι και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια!
Το έλατο αυτό πραγματικά ήταν λίγο μεγάλο για αυτό το σπίτι.
– Με τα στολίδια όμως μαμά τί θα κάνουμε ;
– Έχω μια ιδέα! Ακολούθησέ με στην κουζίνα. Είπε η μαμά του.
Χρειαζόμαστε ένα μπολ, αλεύρι, λίγο νερό και φυσικά μπόλικη ζάχαρη άχνη.
Μια τεράστια μπάλα ζυμαριού άρχισε να παίρνει σχήμα.
Αστέρια, φεγγάρια, τρίγωνα και ολοστρόγγυλα ζυμαράκια στριμώχτηκαν μέσα σε τρία πελώρια ταψιά.
Η μαμά του τα φούρνιζε και ο Παύλος τα χιόνιζε με την άχνη.
– Τα πιο όμορφα στολίδια μαμά! Φώναξε ο Παύλος.
– Θα γίνει σίγουρα το πιο μυρωδάτο δέντρο του κόσμου, είπε η μαμά του.
Τρεις ώρες μετά, τα μπισκοτο-στολίδια ήταν έτοιμα για το χριστουγεννιάτικο δέντρο, όλα με μια κόκκινη κορδέλα.
-Έλα Παυλίνο μου, βάλε εσύ το πρώτο στολίδι όσο πιο ψηλά πιο μπορείς.
Και έτρεξε ο Παύλος να φορέσει τις πιο χοντρές του κάλτσες για να φτάνει όσο πιο ψηλά γινόταν.
Χώρεσαν όλα τα στολίδια και χιόνισαν το δέντρο τους με άχνη..
– Καλά Χριστούγεννα Μαμά μου!
– Καλά Χριστούγεννα Παυλίνο μου!
Έγλυψαν την άχνη από τα πασαλειμμένα τους χέρια ….
και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Μοιραστείτε:  

Tags:

Γεννήθηκε στη Χαλκίδα. Σπούδασε Κλασικό Τραγούδι και Πιάνο. Ειδικεύεται στην Μουσικοθεραπεία και αναζητά την θεραπευτική της αξία. Σκέφτεται πολύ… Όταν σκέφτεται γράφει, βλέπει ασπρόμαυρες ταινίες του ’30 και ακούει Lied. Παρουσιάζει και επιμελείται εκπομπή στο Ραδιόφωνο.