Τα Χριστούγεννα της στριμμένης υψιφώνου, Πέτρας και του αλαφροΐσκιωτου κοντραμπασίστα, Γεράσιμου

Μια φορά κι έναν καιρό, ο εμπορικός σύλλογος αποφάσισε να φέρει στη Χαλκίδα μια διεθνούς φήμης πολυμελή ορχήστρα για να τονωθεί κάπως η κίνηση τις μέρες των Χριστουγέννων. Οι μουσικοί τοποθέτησαν τα κλαπατσίμπαλά τους στον πεζόδρομο της Αβάντων, ανάμεσα στη Βόνταφον και τον Άγιο Νικόλαο. Αν πέρναγες, μπορούσες να δεις μεταξύ τους το Λου Ριντ, τον Τζιμ Μόρισον, το Σιντ Βίσιους και άλλους διάφορους.
Κοντραμπασίστας ήταν ένας τύπος, ονόματι Γεράσιμος, ψηλός και ξερακιανός σα μεσιανό κατάρτι, με χοντρά γυαλιά μυωπίας. Την ορχήστρα διηύθυνε η βραβευμένη υψίφωνος Πέτρα Φον Κάραγιαν, Χαλκιδέα, αυστροουγγρικής καταγωγής, φαλακρή, με μυτερά αυτιά τύπου ξωτικό: θα την έλεγες κάτι ανάμεσα σε Σινέντ Ο Κόνορ και δόκτωρ Σποκ.

Τα Χριστούγεννα της στριμμένης υψιφώνου, Πέτρας και του αλαφροΐσκιωτου κοντραμπασίστα, Γεράσιμου, εικονογράφηση: Βασίλης ΓεωργίουΑμέσως τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν κατά διαόλου. Ο Γεράσιμος μπέρδευε τις παρτιτούρες, έπαιζε ό,τι να ‘ναι, αντί για Παγκανίνι, Ρεντ Χοτ Τσίλι Πέπερς, και αντί για Στραβίνσκι, Φράνκι γκόους του Χόλυγουντ. Οι άλλοι του βγάζανε το βύσμα να μην ακούγεται. Δε συζητάμε τώρα για τον Σιντ Βίσιους: τρεις λαλούν και οχτώ χορεύουν. Η Πέτρα Φον Κάραγιαν, ήταν που ήταν στριμμένη και αχώνευτη, τώρα διέκοπτε κιόλας τις άριές της για να κάνει παρατηρήσεις και να εκστομίζει βαριές προσβολές στους μουσικούς και δε φερόταν με τον πρέποντα σεβασμό, ούτε καν στον Μάικλ Τζάκσον. Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και οι μουσικοί ήταν πολύ μανουριασμένοι, αλληλοκατηγορούνταν, βρίζονταν χοντρά, παραλίγο να πιαστούν και στα χέρια, χρονιάρες μέρες. Πέσανε και κάτι φριχτές παγωνιές, οι πιο πολλοί ήταν ηλικιωμένοι και παθαίνανε συνάχια και μέσες και λαιμά. Άρχισαν ένας ένας να παραιτούνται και να αποχωρούν, άλλος για το Μέγαρο Μουσικής με τα μάρμαρα και τις γούνες και άλλος για το Κάρνεγκι Χωλ, ή τη Σκάλα του Μιλάνου που έχει θέρμανση.
Ο Γεράσιμος δεν έφυγε, δεν ήταν από τους τύπους που τα παρατάνε εύκολα. Πρέπει να σου πω ότι δε πα’ να έβρεχε, να χιόνιζε, ή να έπεφταν κεραυνοί, αυτός είχε πάνω από το κεφάλι του μονίμως ένα κομμάτι γαλάζιου, λαμπερού ουρανού, αν πέρναγες δίπλα του, το έβλεπες, σε έβαζε μάλιστα να σταθείς από κάτω όσο ήθελες, να ζεσταθείς λίγο πριν συνεχίσεις την πορεία σου μες στη βαρυχειμωνιά. Να φανταστείς στο σπίτι του είχε ανοίξει μια μεγάλη τρύπα στη στέγη για να μην εμποδίζεται αυτό το κομμάτι ουρανού. Ακόμη ο Γεράσιμος είχε μια σκιά λίγο διαφορετική από τους άλλους, ελαφριά, ούτε διακόσια γραμμάρια, (τη στιγμή που μια συνηθισμένη σκιά πιάνει κανά δυο κιλά) και πολύχρωμη, που άλλοτε έπαιρνε το σχήμα αλόγου και άλλοτε το σχήμα αερόστατου και έτσι πότε την καβάλαγε και κάλπαζε και πότε απογειωνόταν, ανάλογα.

Έτσι τώρα στην Αβάντων απεμείναν να παίζουν μουσική οι δυο τους, μοναχούληδες, πλάι – πλάι, ο κοντραμπασίστας και η υψίφωνος. Ανάμεσα στους μόνιμους παρακολουθητές τους, θα πρόσεξες σίγουρα τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι που είναι φίλοι κολλητοί, αλλά και τις πιο θαυμαστές κυράδες της πόλης μας, την ύπατο αρμοστή ντόνα Όλια, τη Μύριαμ Χόπκινς Λάι, τη Λεïλά Στολίγκα Σταυρηλία, το Λουλούδι Του Αγκαθιού, καθώς και τη Φιγιέτ Σπίριτ που στο μεταξύ χώρισε (να πούμε και κανά κουτσομπολιό) τον αριστοκράτη σύζυγο και τα ‘φτιαξε με το Νορβηγό ποιητή της.
Έχει πια περάσει ο αρχικός εκνευρισμός που δεν ταίριαζε –πώς να το κάνουμε;- με το πνεύμα των Χριστουγέννων. Ο Γεράσιμος παίζει μια υπέροχη μουσική, οι νότες του κοντραμπάσου μπαίνουνε στους πόρους του δέρματος των περαστικών, σαν να είναι σουρωτήρι. Και μετά, όταν περάσουν εντός του σώματος, γίνονται πεταλούδες, πάνε και επικάθονται στην ψυχή των ανθρώπων. Η ψυχή των ανθρώπων βρίσκεται επί του διαφράγματος, κάτω από τα πλεμόνια και είναι ένα καταπράσινο, ανθισμένο λιβάδι, με έναν έναστρο ουρανό από πάνω κι ας είναι μέρα, ή – αντίστροφα- με ήλιο κι ας είναι νύχτα. Σε αυτό το καταπράσινο λιβάδι τρέχει πέρα – δώθε και κάνει κούνια και τσουλήθρα ένα παιδάκι, είναι αυτό που λέμε ότι ο καθένας μας κρύβει ένα παιδί μέσα του.
Υπό νορμάλ συνθήκες, ο Γεράσιμος προτιμάει να παίζει κοντραμπάσο βυθισμένος στη θάλασσα, γιατί έτσι του βγαίνουν πιο καλά οι διέσεις και οι υφέσεις.
Τώρα όμως είναι παραμονή Χριστουγέννων και πρέπει να συνοδέψει τη μαντάμ Φον Κάραγιαν σε κάτι δύσκολες άριες παίζοντας πιτσικάτο και κάνει ψόφο, τα δάχτυλά του, όσο να πεις, έχουν ξυλιάσει…

Η υψίφωνος Πέτρα τραγουδάει τόσο εξαίσια, σαν να είσαι σε ξυπνητό όνειρο! Αυτηνής οι μελωδίες εισχωρούν στους ακροατές κυρίως από τις τρύπες των αυτιών και διασχίζουν τον εγκέφαλο μέσα στα κεφάλια. Εκεί, στις εγκεφαλικές ραβδώσεις, είναι ένας λαβύρινθος, έτσι και μπλέξεις, δε βγαίνεις εύκολα, οι στίχοι της Πέτρας όμως σε βοηθάνε να βρεις την έξοδο, γιατί είναι αναβράζοντες και δημιουργούν πυροτεχνήματα από τέμπερες και ακουαρέλες, μετατρέποντας τα εσωτερικά τοιχώματα του κρανίου σε πίνακες του Καντίνσκι. Ύστερα γυρίζεις σπίτι με βήμα ανάλαφρο σαν του αστροναύτη Άρμστρονγκ στο φεγγάρι, και με το που μπαίνεις, πας και κλείνεις μια για πάντα την τηλεόραση, την πετάς μάλιστα από το μπαλκόνι, και μαζεύεται η οικογένεια γύρω – γύρω και όλοι συζητάνε και ακούνε ο ένας τον άλλο για ώρες τρώγοντας κουραμπιέδες.

Να πάμε σε άλλο θέμα τώρα: Κάπου στη μέση της Περικλέους Σταύρου, σε ένα διαμέρισμα με παγωμένα σώματα καλοριφέρ και απλήρωτο το λογαριασμό της ΔΕΗ συν χαράτσι, μένει ένα αγοράκι με τον μπαμπά του, τον Ιωσήφ και τη μαμά του, τη Μαρία. Το αγοράκι ξέρει ότι ο κοντραμπασίστας Γεράσιμος αυτή τη στιγμή έχει ξυλιασμένα δάχτυλα και η Πέτρα βραχνιασμένη φωνή και τα ΜΑΤ έχουν δείρει και συλλάβει απολύμενους εργάτες στη νομαρχία. Έτσι βάζει σε ένα τάπερ ζεστή ψαρόσουπα για το Γεράσιμο, πάει και στέκεται στον πεζόδρομο και του τη δίνει. Ακόμη προσφέρει στη σοπράνο καραμέλες χολς για το λαιμό και ένα ζεστό κασκόλ στα χρώματα του ουράνιου τόξου. Εκεινής από τη συγκίνηση τής κυλάει ένα δάκρυ και της χαλάει το ρίμελ. Το αγοράκι κρατάει με σπάγγο ένα κόκκινο μπαλόνι και έχει μαζί του –στυλ μικρός πρίγκιπας- μια φίλη του αρκτική αλεπού, άσπρη, πολύ φιλόμουση, που τη βγάζει βόλτα συχνά.
Όμως το αγοράκι κακώς είναι έξω, κινδυνεύει να το πιάσουν οι ρωμαίοι λεγεωνάριοι και να το σταυρώσουν, γιατί σε ετούτη τη χώρα απογορεύονται αυστηρώς και τα κόκκινα μπαλόνια και οι αρκτικές αλεπούδες –ειδικά αυτές.

Τα Χριστούγεννα της στριμμένης υψιφώνου, Πέτρας και του αλαφροΐσκιωτου κοντραμπασίστα, Γεράσιμου, εικονογράφηση: Βασίλης ΓεωργίουΟ Γεράσιμος έχει εκστασιαστεί με το τραγούδισμα της Πέτρας, αλλά και με την ίδια προσωπικώς, έτσι που τη βλέπει μέσα στο μακρύ, βελούδινό της φόρεμα. Σκέφτεται πόσο θα της πήγαιναν ένα ζευγάρι σκουλαρίκια – τεράστιοι κρίκοι. Αύριο πρωί – πρωί, με τον πρώτο μισθό, θα πάει να της τα πάρει, θα της κάνει έκπληξη. Ακουμπάει το κοντραμπάσο σε ένα στύλο, γονατίζει και τρίβει τους αστράγαλους της υψιφώνου που έχουν πρηστεί από την ορθοστασία. Εκεινης της έρχονται και άλλα δάκρυα –πάει η μάσκαρα- τον γραπώνει από το σβέρκο και του δίνει ένα φιλί στο στόμα, χωρίς γλώσσα όμως για να μην παίρνει και πολλά θάρρητα.
Η φωταγωγημένη Αβάντων από πάνω μέχρι κάτω έχει πλημμυρίσει κόσμο που έρχεται να ακούσει το Γεράσιμο και την Πέτρα. Τιγκάρουν τα πεζοδρόμια και οι παράδρομοι. Πλακώνουν γέροι, νέοι, μαμάδες με τα μωρά τους στα καροτσάκια, σκεητάδες, γκραφιτάδες, χιπχοπάδες, οι μαθητές μου από το λύκειο με τα πίρσινγκ τους, τα κοτσίδια τους και τα κοκοράκια τους, κάτι Χαλκιδαίοι από τη Βραζιλία που χορεύουν καποέιρα, και οι συνεργάτες του «Αν», όλοι εκτός από τη Τζέσικα Λουλούμπα που λείπει διακοπές στις Μπαχάμες.
Το αγοράκι κοιτάζει τον κοντραμπασίστα και τη σοπράνο και χαμογελάει, γιατί ξέρει ήδη πώς θα εξελιχθεί η ιστορία με αυτούς τους δύο. Εύχεται σε όλο τον κόσμο «βάγια κον Ντίος!» και παίρνει το δρόμο για τη Φάτνη, στην παλιά πολυκατοικία της Περικλέους Σταύρου.
Απόψε θα ξαναγεννηθεί.

Μοιραστείτε:  

Tags:

Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν».  Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.