Δεσμά

Δεσμά, εικονογράφηση: Βασίλης ΓεωργίουΆκουγε το δέντρο στον κήπο να κλαίει όποτε το περνούσε για να βγει έξω. Το ένιωθε να αναστενάζει όταν έκλεινε την πύλη πίσω του και όλο εκείνο το μαύρο συναίσθημα καθόταν στους ώμους του, σαν πρόσθετο παλτό, όσο διαρκούσε ο μελαγχολικός του περίπατος.

Εκεί στον Βόσπορο, τραβηγμένη στη λάσπη, σάπιζε η βάρκα του. Πόσα χρόνια είχαν περάσει;

Δεν πήγαινε μακριά. Ακολουθούσε το πεζοδρόμιο δίπλα στα μαύρα νερά, μέχρι το άλσος. Τα δέντρα έγερναν μόλις τον έβλεπαν να έρχεται. «Ίσως λίγο περισσότερο σήμερα» σκεφτόταν, με τα σαγόνια του σφιγμένα. Μέχρι να μην μπορεί να αναπνεύσει. Κατάφερνε να φτάσει μέχρι τη βουβή παιδική χαρά και μετά έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής, με βήμα γοργό.

Το στομάχι του ήταν όλο κόμπους όταν επιτέλους διάβαινε πάλι την αυλή του. Το δέντρο κλαψούριζε ακόμα. Το δέντρο που είχαν φυτέψει με τη Μαίρη.

Η μουχλιασμένη ζέστη του σπιτιού πόσο γλυκά τον καλωσόριζε στο σκοτάδι του. Άναβε το μικρό φωτιστικό και γέμιζε τους κιτρινισμένους τοίχους σκιές και ψιθύρους. Βούλιαζε στην ιδρωμένη πολυθρόνα και χαμογελούσε ανακουφισμένος. Η φωνή της ήταν εδώ, πάντα εδώ, την άκουγε και την έβλεπε, την αγαπημένη του, τη σκεφτόταν μέχρι να τον πάρει ο ύπνος και να τη δει στα όνειρά του. Η μνήμη της ήταν ένας σουβλερός, εκδικητικός πόνος και η μόνη απόλαυση που του είχε απομείνει.

Η μαγεμένη του αγαπημένη που στάθηκε ανίκανος, όσο ζούσε εκείνη, να διαπεράσει την τρέλα της, να σταθεί ίσος δίπλα της, εκεί, στην κόψη του κύματος, για να ακούσει επιτέλους τα λόγια των κυμάτων, τα λόγια που μόνο εκείνη καταλάβαινε.

«Τι σου λένε τα νερά, αγάπη μου;» τη ρωτούσε. Πώς τον κοίταζε, σαν να τον λυπόταν. Και όταν κατάφερνε εκείνη να κοιμηθεί, την κοίταζε και έκλαιγε.

Την πρώτη νύχτα που ξύπνησε και δεν τη βρήκε δίπλα του, πουθενά στο σπίτι τους, τον κυρίεψε πανικός. Βγήκε ξυπόλητος στη νύχτα και φώναζε το όνομά της. Τα βήματά του τον έφεραν στον κυματοθραύστη, εκεί τη βρήκε να κάθεται με τη νυχτικιά της, να κοιτάζει εκστασιασμένη το ρεύμα του Ευρίπου. Τον κοίταξε και σήμερα δεν θυμόταν τι του είχε πει. Επειδή δεν είχε καταλάβει τα λόγια της τότε. Νόμισε πως δεν είχε σημασία να την καταλάβει, αφού την αγαπούσε. Νόμιζε ο ηλίθιος πως η αγάπη ήταν αρκετή.

Στην αρχή πήγαινε μέχρι εκεί, στα μπλόκια, για να τη κοιτάζει, να σιγουρευτεί πως ήταν καλά, καθισμένη στο σημείο της. Μετά το σταμάτησε. Την ένιωθε να επιστρέφει δίπλα του το ξημέρωμα, να χώνεται σιωπηλά στα σκεπάσματα πίσω από την πλάτη του. Μύριζε φύκια. Ένα βράδυ του ψιθύρισε στο αφτί: «Ούτε σήμερα φάνηκε ο ναύτης μου». Και ένα πρωί δεν επέστρεψε καθόλου. Έτρεξε με την ψυχή στο στόμα και δεν γνώριζε πώς, αλλά ήξερε τι θα βρει εκεί. Τη λευκή της νυχτικιά διπλωμένη καταγής, μερικές πέτρες από πάνω για να μην την πάρει ο αέρας.

Δεν βρέθηκε ποτέ.

Ούτε όμως είχε φύγει τελείως. Ήταν εκεί, στις σκιές της ζωής του, να τον ζεσταίνει ενάντια στο ψύχος του κόσμου και εκεί μέσα στο σκοτάδι καθόταν να τη σκέπτεται και να κλαίει.

Και η βάρκα, εκείνη που είχαν για βαρκάδες κάποτε, σάπιζε πάνω στη λάσπη.

Μέχρι που ένα βράδυ…

Τον ξύπνησε η εξώπορτα καθώς έκλεινε. Μετά άκουσε και την πύλη της αυλής να γκρινιάζει απ’ έξω. Πετάχτηκε όρθιος και έτρεξε έξω ξυπόλητος για να την προλάβει. Το δέντρο τους έμεινε σιωπηλό, τον άφησε να περάσει.

Κατέβηκε στην παραλία λαχανιασμένος και, ω, τα νερά τού μουρμούριζαν. Καταλάβαινε την κάθε τους λέξη. Άρπαξε τη βάρκα και την έσπρωξε μέσα στο νερό. Μπήκε μέσα, έλυσε τα κουπιά και άρχισε να κωπηλατεί.

Μόλις είχε αρχίσει να ροδίζει η αυγή. Το γκρίζο της νύχτας πετάρισε μακριά και έλαμψε ο κόσμος χρυσαφής. Πάσχιζε ενάντια στο ρεύμα στη μέση του Ευρίπου όταν την είδε, όπως ήταν σίγουρος πως θα την έβλεπε εκεί. Στεκόταν στον κυματοθραύστη και τον περίμενε. Την είδε επιτέλους να χαμογελάει.

Έστρεψε τη βάρκα προς τα εκεί και άρχισε να κωπηλατεί προς το μέρος της. Ερχόταν για τη Μαίρη του, ο ναύτης της ήταν επιτέλους εδώ.

Μοιραστείτε:  

Tags: